"Enterrement à Ornans" (Κηδεία στην Ορνάν)

αισχύλου-ορέστεια

''...Τι έγινε μετά δεν είδα, μα κι αν το είδα δεν το λέω. Αυτό που θα συμβεί όταν συμβεί,θα το γνωρίσεις...μην κλάψεις απο πριν για κάτι που δεν ξέρεις, με το ξημέρωμα θα ρθεί το μέλλον μην φοβάσαι, και όλα θα γίνουν τότε και θα τα μάθεις όλα..'' Aισχύλος-Ορέστεια

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Πάτρα: Ποιητική-μουσική βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική ποίηση


Στο κέντρο Πολιτισμού «Περί Τεχνών»



Πάτρα: Ποιητική-μουσική βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική ποίηση Στο κέντρο Πολιτισμού «Περί Τεχνών»
«Στη σημερινή εποχή της θεοποίησης της ύλης, του χρήματος και του ατομισμού η ποίηση έρχεται να προτείνει έναν άλλον κόσμο όπου τα υλικά αγαθά δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία. Στο «χρηματιστήριο αξιών» της ποίησης μεγάλη αξία έχουν «οι μετοχές» των εικόνων, των χρωμάτων, των λέξεων, των Ανθρώπων.
Ας βάλουμε λοιπόν λιγάκι ποίηση στην ζωή μας, ας προστρέξουμε και μεις στη μαγική δύναμη της ποίησης  όπως ο Καβάφης που έλεγε «εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως» για να βρούμε το δικό μας καταφύγιο και την δική μας παρηγοριά».
Οι εκδόσεις περί τεχνών, Γιάννης Πικραμένος, Εκδόσεις  Γκότσης, Anima libri-Αχαϊκές εκδόσεις, Το Δόντι, Διαπολιτισμός και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Πατρών με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου και την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, διοργανώνουν την Δευτέρα 26 Μαρτίου και ώρα 20:00 στο κέντρο Πολιτισμού «περί τεχνών», Κανακάρη 65 & Αράτου.
ποιητική-μουσική βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική ποίηση.
Διαβάζουν οι: Αγγελική Ντερβίση & Ελένη Τσιλίρα.
Μουσική επιμέλεια: Διονύσης Κανάκης, μουσικός – δάσκαλος ηλεκτρικής κιθάρας.

6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Καθηγητών Πληροφορικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

  •  Η Πανελλήνια Ένωση Καθηγητών Πληροφορικής (Π.Ε.Κα.Π), το τοπικό παράρτημα και το Πανεπιστήμιο Πατρών, σε συνεργασία με την Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας , το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο και το Κέντρο Επιστημών Πάτρας διοργανώνουν το 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Καθηγητών Πληροφορικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με θέμα:


    Πληροφορική και Νέο Σχολείο

    Υπό την αιγίδα της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας & Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας  του Υπουργείου Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων

"Πιστεύω στην αγνή ηλιθιότητα, όπως εκείνη του Ηλίθιου στον Ντοστογιέφσκι. Είναι ένα είδος αγιοσύνης".

Aργύρης Χιόνης 




ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΣΕ, δίχως αποτέλεσμα, να φτάσει ως τα βάθη της ψυχής του, ως αυτό που πίστευε πώς είναι φως ανέσπερο, ζωής πυρήνας. Κάποτε, επιτέλους, τα κατάφερε βρήκε τόσο πυκνό σκοτάδι που το μάσαγε».


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

“Ο ακίνητος δρομέας”








Συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη via https://4ulv.wordpress.com/

Απόγευμα, σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης, καθορίστηκε η συνάντηση μας με τον ποιητή Αργύρη Χιόνη. Αναγνώριση δυο αγνώστων μέσα στο πλήθος. Οι πρώτες «άσκοπες» κουβέντες, μεταξύ ουίσκι και καφέ, με την ελπίδα να συγχρονιστούμε σ’ ένα κώδικα που θα προχωρήσει, έστω για λίγο, τη συζήτηση «πέρα απ’ το γαιοβάμον σκότος”. Αφορμή της συνάντησης μας ήταν η έκδοση του τελευταίου βιβλίου του ποιητή: «Ιδεογράμματα» (Χαικού και Τάνκα) εκδ. «Τα τραμάκια».

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Έζησε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Εργάστηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 1992 ζει στο χωριό Θροφαρί της Ορεινής Κορινθίας όπου ασχολείται με την ποίηση και τη γεωργία. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Απόπειρες φωτός» (εκδ. Δωδέκατη ώρα) κυκλοφόρησε το 1966. Έκτοτε εκδόθηκαν εφτά ποιητικά βιβλία του, δύο με αφηγήματα καθώς και μεταφράσεις.




-Μήπως η ποίηση είναι, εντελώς, άσκοπη;
«Θα ήθελα να ήταν άσκοπη. Αυτό θα σήμαινε ότι δεν υπάρχει η εσωτερική ανάγκη για την κατασκευή ποιήσεως και όλα θα ήταν μέλι-γάλα».

-Ζείτε με τον τρόπο που αρμόζει σ’ ένα ποιητή;
«Νομίζω ναι. Λέει,κάπου, ο ‘Οντεν, ότι ο ποιητής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να κάνει πράγματα με τα χέρια του. Να μην αρκείται μόνο στα βιβλία, να μπορεί να δουλέψει ένα κομμάτι γης, να έχει ένα ζώο, να ξέρει να μεγαλώσει έστω ένα λουλούδι, ένα λάχανο. Να χρησιμοποιεί τα χέρια του. Λέει, ακόμα, ότι πρέπει να ξέρει και μαθηματικά. Μακάρι να ήξερα …»

-Aρκετοί Έλληνες ποιητές δεν είχαν ποτέ σχέση με τη χειρωναξία ή  με τη φύση…
«Ο Ελύτης αναφέρει μια ολόκληρη σειρά φυτών, όχι μόνο επειδή έχουν ωραίους ήχους. Είναι οι ήχοι και η μνήμη του αρώματός τους. Απαριθμεί επίσης, μια σειρά νησιών. Φαίνεται ότι τα έχει, τουλάχιστον, επισκεφθεί. Ασχέτως αν δεν έσκαψε ποτέ στη ζωή του. Για μένα, θα έπρεπε να έχει σκάψει. Τότε θα ήτανε ουσιαστικότερη η ποίηση του.

Ο ουσιαστικότερος Ελύτης αρχίζει από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη». Εκεί ανακαλύπτει πραγματικά το θάνατο, και πάει στο βάθος. Όλα τ’ άλλα είναι κατασκευές, κατά την ταπεινή γνώμη μου. Ποιος είμαι τώρα εγώ, για να μιλήσω για τον Ελύτη. Βέβαια, είναι τέλειος δοκιμιογράφος, όπως και ο Σεφέρης. Αποδεικνύεται ότι οι ποιητές είναι πολύ καλοί δοκιμιογράφοι”.

-H ποίησή σας χαρακτηρίζεται ανθρωποκεντρική. Με ποια σημασία;
«Είναι η αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου. Βέβαια, πέρασε διάφορες φάσεις. Στην αρχή, στις πρώτες συλλογές, ήταν η απορία. Mετά ακολούθησε η οργή, ένα είδος επανάστασης και τώρα έχω φτάσει σ’ ένα σημείο παραδοχής του φαινομένου του θανάτου. Δεν τον θεωρώ, πλέον, κάτι τρομακτικό που θα καταλύσει τη μνήμη και θα τελειώσουν όλα, αλλά ως ένα σημείο του αέναου κύκλου».

- Αυτή είναι μια διαπίστωση, που σε μια συζήτηση, είναι εύκολο να την υποστηρίξει κάποιος. Στην ουσία της, την έχετε αντιμετωπίσει;
«Προσπαθώ μέσα από την ποίηση. Μπορεί βέβαια, να πεθάνεις και να μην το έχεις φτάσει. Να λες, τώρα, ότι φαντάζεσαι τον εαυτό σου να τον χωνεύει η φύση και να τον μετατρέπει σε άλλα υλικά που θα διαιωνιστούν επ’ άπειρο, και όταν έρθει η ώρα του θανάτου σου, να τα κάνεις επάνω σου. Πιστεύω ότι η ποίηση σε βοηθάει να ζήσεις αλλά και να πεθάνεις. Όσο για την επανάσταση, την εννοώ απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου. Από τη στιγμή που νικάς το φόβο του θανάτου επέρχεται μια λύτρωση, περνάς σ’ ένα άλλο στάδιο. Είναι σαν να ανατρέπεις ένα καθεστώς”.

-Το θαύμα, επίσης, στα ποιήματα σας, δείχνει να είναι προϊόν ανθρώπινης βούλησης και επιμονής. Συνδέεται, ακόμα, μ’ ένα ιδιόμορφο θρησκευτικό αίσθημα.
«Η μεταφυσική μου είναι κοσμική, λαϊκή αν θέλεις. Δεν είναι κληρική, δεν έχει καμία σχέση με την εκκλησία, αλλά με τον άνθρωπο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος ό,τι έχει κάνει, καλό ή κακό, το έχει καταφέρει με αυτή την τρομακτική επιμονή, η οποία έφερε και δεινά φοβερά. Σχεδόν, δεν έχει μείνει κανένα μυστικό στον άνθρωπο, και αυτοκαταστρέφεται. Η ερμηνεία του κόσμου, βέβαια, είναι ένα στοιχείο φυτεμένο μέσα του. Δεν ξέρω αν θα καταφέρει να ερμηνεύσει όλο τον κόσμο. Ελπίζω να μην τα καταφέρει ποτέ…»

-Πώς γράφετε;
«Περνάνε και μήνες που δεν γράφω ούτε ένα στίχο. Έρχονται μέρες που σκάβω στο χωράφι και στο μυαλό μου γυρίζουνε στίχοι. Το βράδυ, όταν επιστρέφω στο σπίτι, κάθομαι και τους δουλεύω. Δεν θα παρατήσω, όμως, το σκάψιμο για να τρέξω να σώσω το στίχο. Θα συνεχίσω. Αν είναι κακός ο στίχος θα τον ξεχάσω».

-Τους ξεχνάμε, δηλαδή, τους κακούς στίχους;
«Ελπίζω…»

-Στο ποίημα «Ποιος είπε ότι η ποίηση ωραϊζει» λέτε ότι η ποίηση «σου τρώει τα σωθικά». Συμβαίνει πάντα;
«Η προσπάθειά σου να γράψεις ουσιαστική ποίηση προϋποθέτει μια τρομακτική ένταση. Γερνάει το σώμα, αδειάζει τον άνθρωπο απ’ τα μέσα, κυριολεκτικά. Αυτό συμβαίνει σε οποιονδήποτε δίδεται με πάθος και με ειλικρίνεια σε κάτι. Φεύγουνε κομμάτια από τις σάρκες του, από το σώμα του. Το κενό, όμως, που δημιουργείται, ξαναγεμίζει με μια άλλου είδους ευτυχία. Η ασκήμια που έχει προκληθεί αντισταθμίζεται όταν έχεις κάνει αυτό που, περίπου, ήθελες».

-“Ο φίλαλλος”, γράφετε, πεθαίνει ο ίδιος λίγο λίγο, σε αντίθεση μ’ εκείνον που νοιάζεται για τους άλλους εκ του ασφαλούς. Οι τελευταίοι, δεν προστατεύονται τελικά από την φθορά;
« Όχι, απλώς είναι εγωιστές».

-Έχουν την εντύπωση ότι θα την γλιτώσουν;
«Αυτό είναι το λάθος τους. Βλέπεις τους βιομήχανους που μαζεύονται στην Ιαπωνία, και συζητάνε αν θα μειώσουν την ατμοσφαιρική ρύπανση σ’ ένα πλανήτη που καταστρέφεται. Θεωρούν τους εαυτούς τους αιώνιους. Ως θεοί αποφασίζουν για την καταστροφή του πλανήτη και το χειρότερο, για να μην μειώσουν τα κέρδη των εταιριών τους, για να μην βάλλουν φίλτρα. Τρομακτικά εγωιστική και υπερφίαλη αυτή η στάση, που φτάνει μέχρι την ηλιθιότητα».

-Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί, ότι μόνο με την “ηλιθιότητα” μπορεί να προχωρήσει ο κόσμος. Η γνώση της ουσίας των πραγμάτων, μάλλον, θεωρείται αντιπαραγωγική.
«Εννοείτε ότι ο άνθρωπος που δεν σκέφτεται, τολμά, ενδεχομένως, περισσότερα από τον άνθρωπο που γνωρίζει και σκέφτεται την συνέπεια των πράξεων του. Δεν ξέρω, όμως, σε τι ωφελεί η ανεξέλεγκτη πρόοδος. Μεγάλοι επιστήμονες, όπως ο Αϊνστάιν για παράδειγμα, νόμιζαν ότι θα είχαν τον έλεγχο της ανακάλυψής τους. Ήξεραν τις καταστροφικές δυνατότητες της ανακάλυψής τους. Κάποιοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου.

Πιστεύω στην αγνή ηλιθιότητα, όπως εκείνη του Ηλίθιου στον Ντοστογιέφσκι. Είναι ένα είδος αγιοσύνης. Θεωρώ θετικό στοιχείο, έναν άνθρωπο ο οποίος απορεί μπροστά στο φαινόμενο μιας παπαρούνας. Από τη στιγμή που αρχίζει και αναλύει τα στοιχεία της παπαρούνας, έχει χάσει αυτό το είδος της αγνείας και άγνοιας. Με αυτή την έννοια, ο πτωχός τω πνεύματι είναι συγκλονιστικός άνθρωπος. Η μακαριότητα του είναι αξιοζήλευτη».


-Υπάρχει η εντύπωση ότι οι ποιητές διαθέτουν αποθέματα ψυχικής γενναιότητας. Ισχύει;
«Tο κακό είναι ότι το περιμένουμε μόνο από τους καλλιτέχνες και τους ποιητές. Κάθε τεχνοκράτης έπρεπε να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Σε πληροφορώ, όμως, ότι υπάρχουν καλλιτέχνες που είναι μπακάληδες, ειδικά στον εικαστικό χώρο. Μπορεί να βρεις έναν ωραίο ταβερνιάρη που να μαγειρεύει καλά και να έχει μια τέλεια αρμονία με την ψυχή του.

Μην ξεχνάτε όμως, ότι ένας καλός ποιητής θα μπορούσε ακόμα να γίνει ένας πολύ κακός δικτάτορας. Στυγνός, αν είναι τελειομανής, και ζητάει από τους ανθρώπους πράγματα που έχει φανταστεί ή έχει καταφέρει μέσα στην τέχνη του».


Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Stop Verbal Violence

Μια νορβηγική καμπάνια για τη λεκτική βία, υποτιτλισμένη στα ελληνικά από την ομάδα του 10% για την Ομάδα κατά της ομοφοβίας στην εκπαίδευση

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Απόσπασμα ...Αργύρης Χιόνης

Ακέφαλοι μας συμβουλεύουν

Κουλοί μας δείχνουν

Κουτσοί μας οδηγούν

Εμείς δεμένοι

Πρόθυμα ακολουθούμε.

                                              Αργύρης Χιόνης

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

«Πέρα από το Λευκό» – Εκθεση φωτογραφίας της Ευγενίας Κουμαντάρου από το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης – η «Ολίγη Ελλάδα» των ξωκλησιών του Αιγαίου




Μια ολόκληρη χώρα σε «κινούμενη άμμο», τα δελτία ειδήσεων και καιρού αμιλλώνται σε καταιγίδες πολιτικής φύσεως με αθρόες παραιτήσεις υπουργών και σε καιρικές συνθήκες με υπό το μηδέν θερμοκρασίες και πλημμύρες. Παντού «ρωγμές» και «κατολισθήσεις», που ταιριάζουν στην περιπέτεια που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Κι ενώ δεν ξέρεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά «τι σου ξημερώνει αύριο» η κάθε ημέρα, έρχεται ο Ελύτης και σου δίνει διέξοδο. «Στην ολίγη Ελλάδα που μας απόμεινε το μόνο που μπορείς ακόμη να κάνεις είναι να δέεσαι στους θεούς σου» («Ιδιωτική Οδός»)...
Συλλογή 40 φωτογραφιών που εκτίθενται από την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου ώς τις 15 Μαρτίου 2012, για πρώτη φορά, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και που μας καλούν σε ένα πνευματικό ταξίδι «Πέρα από το Λευκό» με την υπογραφή της Ευγενίας Κουμαντάρου. Σπούδασε στο Princeton αγγλική φιλολογία και φωτογραφία, η δε πρώτη δουλειά της από ασπρόμαυρες φωτογραφίες, με τον τίτλο «Ο Ταπεινός Παράδεισος», έχουν παρουσιαστεί στην Τήνο στη Σχολή Ουρσουλινών, Λουτρά το 2008 και στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας, στον Πύργο Τήνου το 2009 και στη Photobiennale 2010, από το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και στη Σπάρτη στο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης ώς τις αρχές του 2010.
«Πέρα από το Λευκό» είναι η νέα ατομική δουλειά της, παρουσιάζεται στο Μέγαρο Σταθάτου και συνοδεύεται από δίγλωσσο λεύκωμα με κείμενα της Ευγενίας Κουμαντάρου και του καθηγητή Νικολάου Χρ. Σταμπολίδη, διευθυντή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Η έκθεση είναι αφιερωμένη από την καλλιτέχνιδα φωτογράφο «στη Μητέρα μου» κι αυτό κάνει τη διαφορά. Τα χρώματα είναι άυλα, οι φόρμες λιώνουν κάτω από τον ελληνικό ήλιο, το Αιγαίο κυματίζει και στα ψηλόλιγνα αγριόχορτα των κάμπων, στα πράσινα στάχυα.
«Ψάχνω για το κλειδί»Εντιμο, εξομολογητικό το κείμενο της Ευγενίας Κουμαντάρου, «Αλαφρώνω όταν δρασκελίζω το κατώφλι ενός ξωκλησιού. Βυθίζομαι στην ουσία του εαυτού μου. Δεν γνωρίζω εάν η διαδικασία αυτή αρχίζει με το ταξίδι, ούτε ξέρω εάν είναι η ίδια για κείνους που ήρθαν εδώ πριν από μένα... Γλαυκό. Ξύλινο. Κλειδωμένο. Ψάχνω για το κλειδί στο υπέρθυρο, μετά στο γείσο κάτω από το παράθυρο, ύστερα αναζητώ μια μυστική κρυψώνα στη μάντρα. Ψάχνω για την κουνημένη πέτρα, φανερή για όσους πρέπει να ξέρουν, αλλά απροσδιόριστη στους ξένους»... Το βρήκε το κλειδί η Ευγενία. Το ξωκλήσι τής παρουσιάστηκε σε όλη την «πέρα από το λευκό» υγρή, θεϊκή υπόστασή του. «Πινελιές φωτός κρέμονται στον διπλανό μου τοίχο»... «Ανάβω ένα κερί και περιμένω. Το αεράκι λικνίζει την κουρτίνα σαν να είναι η πνοή του θεού. Η ματιά μου πέφτει σε όλα τα σύμβολα που πάνω τους επενδύσαμε την πίστη μας. Το μανουάλι. Η εικόνα. Το καντίλι. Ο σταυρός... Το φως μεταμορφώνει τις αψίδες του ιερού σε μια ελικοειδή κλίμακα που ανυψώνει την ψυχή μου. Στο άγνωστο. Στο ιερό. Στη σιωπή».
Η ωδή σε ξωκλήσι του Αιγαίου αντηχεί στις ανάερες φωτογραφίες της. Οπως παρατηρεί μιλώντας για τις φωτογραφίες της Ευγενίας ο καθηγητής κ. Ν. Χρ. Σταμπολίδης: «Είναι δύσκολο να αποτυπώσεις τον αέρα. Κι όμως αυτή η πνοή της αέναης πίστης, δροσιά των οφθαλμών και θυγατέρα της ανάγκης της τέχνης, αποδίδεται απλά, αφαιρετικά, λιτά, συγκλονιστικά αέρινα στην αποτύπωση της στιγμής που οδηγεί το χέρι της ψυχής στις φωτογραφίες της Ευγενίας Κουμαντάρου».
Στις τελευταίες σελίδες με τις ευχαριστίες της η Ευγενία Κουμαντάρου μάς αποκαλύπτει ότι «το βιβλίο αφιερώνεται στη μητέρα μου, Σοφία Κουμαντάρου, που πάντα με παρότρυνε να ακολουθήσω τον δρόμο μου και μου έμαθε ότι η μοναξιά αποτελεί δωρεά. Κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες ανακαλούν την κομψή χάρη της, άλλες τη θαλπωρή που δημιουργούσε στην οικογένειά μας και κάποιες άλλες τη δική της σιωπηρή φλόγα που διατηρεί πάντα αναμμένη»... «Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη –καταλήγει– στους Αιγαιοπελαγίτες που συνεχίζουν να ασβεστώνουν τα ερημοκλήσια και να κρατούν το καντίλι τους αναμμένο».

 Tης Eλενης Mπιστικα www.kathimerini.gr

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Μάθημα : Πληροφορική Α΄ γυμνασίου, μια διδακτική ενότητα σε video

Το βίντεο παραχωρήθηκε από την Α. Κουτζαγιώτη και την ευχαριστώ πολύ.

Mάθημα στο Λύκειο : Τυπογραφικός σχεδιασμός...μια media διδακτική παρέμβαση

Βίντεο μέρος διδακτικής παρέμβασης για το μάθημα του "τυπογραφικού σχεδιασμού" και την ενότητα "Ιστορία της Τυπογραφίας" για τον τομέα της Γραφιστική το οποίο παραχωρήθηκε από την Ν.Χατήρα

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

5 χρόνια από τον θάνατό του :Ζαν Μποντριγιάρ, μεταξύ πραγματικότητας και προσομοίωσης


Ζαν Μποντριγιάρ, γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, από τους σπουδαιότερους μεταμοντέρνους διανοητές




Ο θάνατος του Ζαν Μποντριγιάρ δεν συνέβη. «Δεν έχει κανένα νόημα να πεθαίνεις», έγραψε κάποτε. «Πρέπει να ξέρεις πώς να εξαφανιστείς». Το περιοδικό «Νιου Γιόρκερ» αναφέρθηκε σε μια ομιλία που έκανε ο Γάλλος κοινωνιολόγος σε μια γκαλερί της Νέας Υόρκης το 2005. Κάποιος από το ακροατήριο, έχοντας κατά νου τον πρόσφατο θάνατο του Ζακ Ντεριντά, μίλησε για τις νεκρολογίες και ρώτησε τον Μποντριγιάρ: «Τι θα θέλατε να πουν για σας; Μ’ άλλα λόγια, ποιος είστε;» Ο Μποντριγιάρ απάντησε: «Τι είμαι, δεν το ξέρω. Είμαι το απείκασμα του εαυτού μου».
Ο Μποντριγιάρ, που το απείκασμά του αναχώρησε από τον μάταιο τούτο κόσμο σε ηλικία 77 ετών, είχε προβλέψει ότι ο πρώτος Πόλεμος του Κόλπου, του 1991, δεν θα γινόταν. Στη διάρκεια του πολέμου, έλεγε ότι αυτός στην πραγματικότητα δεν συνέβαινε. Μετά το τέλος του, επέμενε ατάραχος ότι ο πόλεμος εκείνος δεν είχε συμβεί. Αυτό έκανε μερικούς να τον χαρακτηρίσουν ως έναν ακόμα από εκείνους τους Ευρωπαίους φιλοσόφους που ζουν απολαμβάνοντας τη φρικαλέα περιφρόνησή τους για την αλήθεια και την πραγματικότητα.
Τα μίντιαΩστόσο, εκείνο που ήθελε να επισημάνει ο Μποντριγιάρ ήταν ότι ο πόλεμος διεξαγόταν ως θέαμα για τα μίντια. Αφού τον πρόβαραν σαν ψηφιακό πολεμικό παιχνίδι ή προσομοίωση, τον έθεσαν κατόπιν σε εφαρμογή για το φιλοθεάμον κοινό: ως ειδησεογραφικό υλικό, με τα παραφερνάλια των πολεμικών ανταποκριτών και τις βιντεοκάμερες που παρακολουθούσαν τους πυραύλους, έμοιαζε με βιντοπαιχνίδι. Η πραγματική βία παραμεριζόταν εντελώς από την ηλεκτρονική αφήγηση, από την προσομοίωση.
Αυτό ήταν το όνομα που έδωσε ο Μποντριγιάρ στο καθοριστικό πρόβλημα της εποχής, όταν, ήδη από τη δεκαετία του ’70, έγραψε ότι το μαρξιανό πρόβλημα της πάλης των τάξεων είχε αντικατασταθεί, στην «μεταβιομηχανική» εποχή, από το πρόβλημα της προσομοίωσης. Είχε έτσι προηγηθεί, μια-δυο δεκαετίες, στον προβληματισμό για τη φύση της «εικονικής πραγματικότητας». Η ποπ κουλτούρα έχει αποτίσει φόρο τιμής στην προγνωστική οξυδέρκεια του Μποντριγιάρ στην ταινία των Αντι και Λάρι Γουατσόφσκι The Matrix (1999), όπου στο κοντινό μέλλον η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια προσομοίωση σχεδιασμένη από κακόβουλες μηχανές με στόχο να μας κρατούν σκλαβωμένους. Ο χάκερ πρωταγωνιστής Νίο (Κιάνου Ριβς) κρύβει το λαθραίο λογισμικό του μέσα σ’ ένα βιβλίο του φιλοσόφου, και ο αντάρτης Μορφέας προφέρει κάποια στιγμή την πιο διάσημη ρήση του Μποντριγιάρ: «Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού».
Ο Μποντριγιάρ γεννήθηκε στην πόλη Ρενς της βορειανατολικής Γαλλίας. Οι παπούδες του ήταν αγρότες και οι γονείς του έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι. Ηταν ο πρώτος στην οικογένειά του που πήγε στο πανεπιστήμιο –σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στη Σορβόννη– και αργότερα είπε ότι αυτό τον οδήγησε σε ρήξη με την οικογένειά του και τον πολιτιστικό της περίγυρο. Το 1956, άρχισε να διδάσκει γερμανικά σ’ ένα γαλλικό λύκειο και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 δημοσίευσε δοκίμια για τη λογοτεχνία στην επιθεώρηση Temps Modernes, ενώ παράλληλα έκανε μεταφράσεις στα γαλλικά έργων του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Πέτερ Βάις.
Το 1966, άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ, ένα μικρό και ιδιαίτερα ριζοσπαστικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που έμελλε να γίνει γνωστό για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στα γεγονότα του Μάη του ’68 (ο Μποντριγιάρ έλεγε αργότερα ότι συμμετείχε άμεσα στην φοιτητική εξέγερση). Την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε το πρώτο του βιβλίο, «Το σύστημα των αντικειμένων». Εχοντας ως πνευματικούς μέντορές του τον κοινωνιολόγο Ανρί Λεφέμπρ και τον σημειολόγο Ρολάν Μπαρτ, έδωσε αιχμηρούς, ειρωνικούς χαρακτηρισμούς σε αντικείμενα της σύγχρονης καθημερινής ζωής, από τις ηλεκτρικές συσκευές μέχρι τις σκόνες πλυσίματος.
Σε μεταγενέστερα έργα του –ανάμεσά τους «Η καταναλωτική κοινωνία», «Ο καθρέφτης της παραγωγής», «Η έκταση της επικοινωνίας»– ο Μποντριγιάρ ανέπτυξε επιχειρήματα για την αυξανόμενη εξουσία του «αντικειμένου» πάνω στο «υποκείμενο» στη σύγχρονη κοινωνία και για τον τρόπο με τον οποίο η διαμαρτυρία και η αντίσταση απορροφούνται όλο και περισσότερο και μετατρέπονται σε καύσιμο από το συμβολικό «σύστημα» του καπιταλισμού. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου δημοσίευσε επίσης άρθρα για την τέχνη και την αρχιτεκτονική στο περιοδικό Utopie.
Η «Αμερική»Το 1981, το βιβλίο του Simulacra et Simulation (το βιβλίο που εμφανιζόταν στο Matrix) κέρδισε το ενδιαφέρον του διεθνούς αναγνωστικού κοινού και ο Μποντριγιάρ σύντομα έγινε ένας αστέρας της διανόησης που ταξίδευε ανα τον κόσμο για να συζητήσει τις ιδέες του - όπως την «υπερπραγματικότητα» (το βασίλειο της προσομοίωσης που είναι «πιο πραγματικό από το πραγματικό»). Ενα ταξίδι στις ΗΠΑ τον ενέπνευσε για να γράψει, το 1986, την «Αμερική», ένα οξυδερκές κείμενο στο οποίο μεταξύ άλλων λέει: «Η Αμερική είναι η αυθεντική βερσιόν της νεοτερικότητας, εμείς είμαστε βερσιόν με υποτίτλους. Η Αμερική είναι η πραγματωμένη ουτοπία». Χαρακτήρισε τη δεκαετία του ’90, με τις αυταπάτες της για το «τέλος της ιστορίας», ως μια στάσιμη περίοδο κατά την οποία «τα γεγονότα απεργούσαν». Τελικά, η απεργία έσπασε με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, την οποία ο Μποντριγιάρ αποκάλεσε «μητέρα όλων των γεγονότων». «Είναι το τρομοκρατικό μοντέλο», έγραψε «για να παραχθεί μια περίσσεια πραγματικότητας και να προκαλέσει την κατάρρευση του συστήματος κάτω από αυτήν την περίσσεια».
Για τον Μποντριγιάρ, επομένως, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να μεταβάλλονται σε εικονικά τα γεγονότα από τα Μέσα Ενημέρωσης, όπως έγινε στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, εφόσον οι εμπόλεμοι έχουν πλήρως εσωτερικεύσει τους κανόνες της προσομοίωσης. Στο δοκίμιό του «Η πορνογραφία του πολέμου», του 2004, παρατηρεί πώς οι φωτογραφίες από το Αμπού Γκραΐμπ έγιναν αντικείμενο μίμησης για σκηνές φετιχιστικής πορνογραφίας, και συμπεραίνει: «Στην πραγματικότητα ήταν η Αμερική που προκάλεσε ηλεκτροπληξία στον εαυτό της».
Κάποτε, ο Μποντριγιάρ φόρεσε ένα λαμέ κοστούμι με καθρεφτάκια όταν πήγε να διαβάσει ποιήματά του σ’ ένα μπαρ του Λας Βέγκας. Δεν έπαιρνε τον εαυτό του και πολύ στα σοβαρά, αλλά κάποιοι κριτικοί διατείνονταν ότι δεν έπαιρνε και τίποτ’ άλλο πολύ στα σοβαρά. Συχνά τον επέκριναν ως πολιτικά και ηθικά ανεύθυνο, ιδιαίτερα όταν χαρακτήριζε τον σύγχρονο πόλεμο «μη πραγματικό», αγνοώντας έτσι την πραγματικότητα των σκοτωμών και της οδύνης. Η απάντηση του Μποντριγιάρ, στο βιβλίο του «Η διαφάνεια του Κακού», ήταν λακωνική: «Οι φονταμενταλιστές της πραγματικότητας εξοπλίζονται με ένα είδος μαγικής σκέψης που μπερδεύει το μήνυμα με τον αγγελιαφόρο: αν μιλήσεις για την προσομοίωση, τότε είσαι εσύ ο προσομοιωτής. Αν μιλήσεις για την εικονικότητα του πολέμου, τότε είσαι σύμμαχός της και δεν νοιάζεσαι για τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς... Δεν είμαστε εμείς, οι αγγελιοφόροι της προσομοίωσης, που έχουμε βυθίσει τα πράγματα μέσα στην αναξιοπιστία – το σύστημα το ίδιο έχει υποδαυλίσει αυτή την αβεβαιότητα που διαποτίζει τα πάντα σήμερα».
Ενας σκεπτικιστής Βρετανός δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη αποκάλεσε τον Μποντριγιάρ «φιλόσοφο–κλόουν», περιγραφή για την οποία ο ίδιος ίσως να μην είχε αντίρρηση αλλά να τη θεωρούσε πρόκληση για να στοχαστεί την κοινωνική λειτουργία του κλόουν. Οπως υποστήριξε κάποτε: «Είναι καθήκον της ριζοσπαστικής σκέψης, εφόσον ο κόσμος μάς έχει δοθεί τελείως ακατανόητος, να τον κάνουμε ακόμα πιο ακατάληπτο, πιο αινιγματικό, πιο μυθικό». Αγαπούσε τους αφορισμούς. «Η σύγχρονη τέχνη είναι σύγχρονη μόνο με τον εαυτό της», έλεγε, ή «Ο συναισθηματισμός μας απέναντι στα ζώα είναι το πιο σίγουρο σημάδι της περιφρόνησής μας γι’ αυτά».
Ο Ζαν Μποντριγιάρ είχε γράψει κάποτε μια παιγνιώδη περιγραφή της προσωπική του εξέλιξης: από «παταφυσικός» (επιστήμονας που επινοεί φανταστικές λύσεις) στα 20 χρόνια του, σε «viral» (λέξη που «αναμιγνύει» τον ιό –virus– και τον ανδροπρεπή -viril-) στα 60 του. Οταν τον συνάντησα το 2000, ήταν 70 ετών. «Τι είστε τώρα;», τον ρώτησα. «Μμμμ, για να δούμε... Στα 70, θα έλεγα ότι είμαι... transfini. Πέρα από το τέλος. Ηταν η μοιραία στρατηγική μου να προχωρήσω πιο πέρα, για να δω τι γίνεται στο επέκεινα». Τώρα, ίσως, θα ξέρει.
 The Guardian

Ο Οδυσσέας στην οδό Αιόλου

Ο Οδυσσέας στην οδό Αιόλου

Tου Παντελη Mπουκαλα


Αν υποθέσουμε ότι με κάποιο θαύμα έβγαιναν σεργιάνι στους δρόμους της τωρινής Αθήνας οι σκιές του Οδυσσέα και του Αχιλλέα, ποιον ήρωα θα έσπευδαν να χαιρετήσουν οι Αθηναίοι με σέβας και θαυμασμό, για να του πουν με τα νέα, άνευ προσωδίας ελληνικά τους ότι αυτόν τιμούν σαν φυλετικό τους πρότυπο; Και ποια σκιά θα ένιωθε πιο άνετα μέσα στο πλήθος, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον καιρό που βασίλευε; Ο συγγραφέας πάντως του κειμένου που ακολουθεί δεν έχει καμία αμφιβολία. Ας δούμε τι λέει:
«Φιλόνεικος, ανήσυχος και ευμετάβολος, φθονερός δε και ήκιστα ευλαβής ων ο σημερινός λαός, ομοιάζει προς τον αρχαίον δήμον τον προκαλούντα τα σκώμματα της κωμωδίας και την απελπισίαν των σοβαρών πατριωτών. Δεν πρέπει τις να αναζητήση εις τον Αχιλλέα αλλ’ εις τον Οδυσσέα μάλλον τον τύπον του ελληνικού λαού. Αν ο ήρως εκείνος διήρχετο πάλιν μέσω των εν τη οδώ Αιόλου σημερινών Αθηναίων, ήθελεν αισθανθή πάραυτα, ότι ευρίσκεται εν μέσω πατρίου ατμοσφαίρας, και ήθελε βεβαίως ονομάσει γνήσια τέκνα του το λογιστικόν και πανούργον εκείνο γένος. Οι Ελληνες αγαπώσι πρώτον πάντων εαυτούς και κατά δεύτερον λόγον την περιουσίαν του άλλου. Τα είδωλά των λέγονται δύναμις και χρυσός, ουδέν δε μέσον περιφρονούσι δυνάμενον να προαγάγη αυτούς. Αφήνουσι τους αλαζόνας βαρβάρους του Βορρά να πράττωσι το αγαθόν χάριν του αγαθού. Αυτοί και μανθάνοντες και εργαζόμενοι, χάριν των δραχμών μόνον μανθάνουσιν και εργάζονται. Ο Οδυσσεύς εκείνος, ο των Φαιάκων τα δώρα προ παντός μετρών κατά την εις Ιθάκην επιστροφήν του όπως ίδη αν είναι σωστά, ο συμβουλεύων τους μνηστήρας, πριν τους φονεύση, να δώσουν πλούσια δώρα εις την σύζυγόν του, ο εκ νεότητός του τα δόλια έπη αγαπήσας ήρως, ο ψευδόμενος προς φίλους και εχθρούς, τον ίδιον αυτού υιόν και την σύζυγον, και τους θεούς αυτούς επιζητών ν’ απατήση, φέρει χαρακτήρας τους οποίους θα ειμπορούσε κανείς ν’ αντιγράψη και από τον σημερινόν Ελληνα».
Ιδού λοιπόν. Ο Οδυσσέας. Ο θανάσιμα μνησίκακος, που ξεπάστρεψε τον Παλαμήδη γιατί τον ξεμπρόστιασε όταν προσπαθούσε να πάρει τρελόχαρτο και να μην πάει στην Τροία. Ο όχι και τόσο φιλέταιρος, αφού χρειάστηκε να χαθούν όλοι οι σύντροφοί του για να φτάσει αυτός στην Ιθάκη. Ο όχι και τόσο πιστός στην Πηνελόπη, αφού στη δεκάχρονη περιπλάνησή του βρήκε καιρό να αγαπηθεί με την Καλυψώ, την Κίρκη και τη Ναυσικά. Ναι, αλλά εμείς μάθαμε νηπιόθεν ότι αξία δεν έχει το τι λέει κάποιος, αλλά ποιος είναι αυτός που τα λέει, ώστε να ζυγίσουμε τα λεγόμενά του ανάλογα με τα αισθήματά μας για το άτομό του. Ποιος τα λέει λοιπόν όλα τούτα για τους Ελληνες; Ενας Γερμανός. Ενας Γερμανός; Αμ τότε, τι χρείαν έχουμε άλλων μαρτύρων; Είναι αυτονόητο πως ό, τι κι αν λέει, είναι άπρεπο, ανήθικο, ανιστόρητο και κυρίως ανθελληνικό. Εντάξει, ξεφυτρώνει πού και πού κάποιος φιλέλληνας ανάμεσά τους, αλλά τι να το κάνεις, σταγόνα στον ωκεανό. Κι ήταν λέει Εβραίος ο παππούς του, και μάλιστα τραπεζίτης, που βάφτισε τα παιδιά του με ονόματα χριστιανικά, γιατί δεν άντεχε τις διακρίσεις; Ε, τι καλό να περιμένουν οι Ελληνες, αρχαίοι και νέοι, από έναν Γερμανό με ρίζες εβραϊκές;
Κάπως έτσι, κακά τα ψέματα, αντιμετωπίζουμε όποιους λένε για τον τόπο μας οτιδήποτε δεν συμφωνεί με όσα έχουμε ήδη γραμμένα στο μυαλό μας και κυρίως πάνω στον καθρέφτη μας. Είναι Γερμανοί; Μας χρωστάνε, γι’ αυτό μάς μισούν. Είναι Ρώσοι; Θέλουν να μονοπωλήσουν την Ορθοδοξία. Είναι Αγγλοι; Μας το φυλάνε για την Κύπρο. Είναι Αμερικάνοι; Μας ζηλεύουν, επειδή μόνο η δική μας αυτοκρατορία, του Μεγαλέξανδρου δηλαδή, είχε ιστορικό δικαίωμα στον εκπολιτισμό βαρβάρων. Είναι Εβραίοι; Μας πολεμούν επειδή τους σπάσαμε το μονοπώλιο του περιούσιου λαού. Είναι Πορτογάλοι; Ακόμα δεν χώνεψαν ότι τους πήραμε το Γιούρο μες στο σπίτι τους. Ετσι. ΄Η κάπως έτσι. Αντί να ψαχτούμε, να αναρωτηθούμε, αντί να αμφισβητήσουμε τις βεβαιότητές μας, βάζουμε εθνικό πρόσημο σε όσα λέγονται για την αφεντιά μας και αναλόγως τα βαθμολογούμε. Ενώ θα ’πρεπε να σκεφτούμε πως ίσως είναι ωφελιμότερη η σκληρή, ακόμα και η άδικη κριτική από την κολακεία, ότι δηλαδή καμιά φορά αυτοί που τους στολίζουμε σαν ανθέλληνες, μπορεί να έχουν σκεφτεί βαθύτερα για το τι είμαστε απ’ ό, τι κάποιοι απ’ όσους δοξάζονται σαν φιλέλληνες, οπότε ο λόγος τους έχει περισσότερο ζουμί, γλυκό ή πικρό αδιάφορο.
Ο συγγραφέας πάντως του κειμένου που παρέθεσα δεν είναι ανθέλληνας. Τουλάχιστον στον καιρό του δεν τιμωρήθηκε από τους παππούδες μας με τέτοιον χαρακτηρισμό. Ο Μέντελσον - Μπαρτόλντυ είναι. Οχι ο Φέλιξ, ο σπουδαίος συνθέτης, αλλά ο γιος του ο Καρλ (1838 - 1897), ιστορικός που επισκέφθηκε πολλές φορές την απελευθερωμένη Ελλάδα και υπήρξε ένας από τους πρώτους που μελέτησαν βαθιά την ιστορία της. Σπουδαιότερο έργο του η «Ελληνική ιστορία από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 από τους Τούρκους ώς την εποχή μας» · ένα τμήμα του, το σχετικό με την Επανάσταση, μεταφράστηκε το 1894 από τον Ηλία Οικονομόπουλο και εκδόθηκε δίτομο (από εκεί το απόσπασμα).
«Εις τούτο δε προ πάντων έγκειται η αξία της βαθείας των ελληνικών πραγμάτων γνώσεως», λέει ο Μέντλεσον - Μπαρτόλντυ, «ότι προφυλάττει ημάς όχι μόνον από την εξιδανίκευσιν του παρελθόντος αλλά και από την απελπισίαν από της σημερινής Ελλάδος. Κάποια αγαθή τις πρόνοια εμερίμνησεν, όπως αντί εντελούς καταστροφής, επέλθη μάλλον βραδεία τις ανάπτυξις, ης την πορείαν παρεκώλυσαν στοιχειώδη φυσικά συμβεβηκότα και πολιτική πίεσις. Η φυσική μίξις του αίματος δεν επήνεγκε πνευματικήν διαφθοράν, και η εθνικότης διετηρήθη παραδόξως αλώβητος βία [δοτική] πάσης καταστροφής. Νομίζει κανείς ότι βλέπει ξένα παραμεμορφωμένα πρόσωπα, διά του ασχήμου όμως προσωπείου διαφαίνεται ζωηρόν και ευδιάγνωστον το πυρ των αρχαίων οφθαλμών. Αντί λοιπόν να θρηνώμεν την κατάπτωσιν των νέων Ελλήνων, έχομεν εξ εναντίας απείρους λόγους να εκπληττώμεθα διά την αδιάφθορον ζωτικότητα αυτών και να θαυμάζωμεν μάλιστα, ότι δεν κατέπεσον ακόμη βαθύτερον ηθικώς και πολιτικώς». Ακου λόγια ο ανθέλλην.