"Enterrement à Ornans" (Κηδεία στην Ορνάν)

αισχύλου-ορέστεια

''...Τι έγινε μετά δεν είδα, μα κι αν το είδα δεν το λέω. Αυτό που θα συμβεί όταν συμβεί,θα το γνωρίσεις...μην κλάψεις απο πριν για κάτι που δεν ξέρεις, με το ξημέρωμα θα ρθεί το μέλλον μην φοβάσαι, και όλα θα γίνουν τότε και θα τα μάθεις όλα..'' Aισχύλος-Ορέστεια
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

O χάρτης της Μπαρόκ Μουσικής




Johann Pachelbel, 1653 - 1706 ήταν ένας από τους μεγαλύτερους μπαρόκ συνθέτες, οργανίστας και δάσκαλος, που έφερε το εκκλησιαστικό όργανο στην κορυφή του. Έγραψε ένα μεγάλο σώμα της ιερής και κοσμικής μουσικής. Η μουσική του Pachelbel είχε τεράστια δημοτικότητα κατά τη διάρκεια της ζωής του. Είχε πολλούς μαθητές και η μουσική του έγινε πρότυπο για τους συνθέτες της νότιας και της κεντρικής Γερμανίας. Σήμερα, ο Pachelbel είναι γνωστός για τον Canon στο D . Εκτός από τον κανόνα, τα πιο γνωστά έργα του περιλαμβάνουν την Chaconne σε φα ελάσσονα , την Toccata σε Μι ελάσσονα για εκκλησιαστικό όργανο, και το Hexachordum Apollinis , ένα σετ πληκτρολογίου παραλλαγές. Περισσότερα εδώ

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Jean Philipe Rameau 1683 - 1764

Baroque (1600 - 1750)
                Η γαλλική - ιταλική εκδοχή του όρου σημαίνει αλλόκοτο, ακανόνιστο, φορτωμένο, επιτηδευμένο. Η αγγλική - γερμανική εκδοχή σημαίνει μεγαλοπρέπεια, εντυπωσιασμός, εκκεντρικότητα. Με συντομία μπορούμε να πούμε ότι το ύφος της εποχής είναι εντυπωσιακό. Στη μουσική της εποχής αυτό επιτυγχάνεται με την χρήση πολλών «ποικιλματικών στοιχείων», την μεγάλη συμπύκνωση των φωνών και την εξέλιξη της υφής σε ομοφωνική.
                Από τις σημαντικότερες εξελίξεις του 17ου αιώνα θεωρείται ο συγκερασμός το 1695 από τον Βέρκμάιστερ. Το χόρδισμα των οργάνων, δηλαδή, με τον σημερινό τρόπο, (βλέπε: Είδη διαστημάτων μεταξύ γειτονικών φθόγγων).
                Σε αυτή την εποχή, επίσης, απελευθερώνεται η μουσική από τον Λόγο. Το μέτρο, η μελωδική κίνηση και ο ρυθμός, ήταν σε απόλυτη εξάρτηση με το κείμενο ή τους στοίχους. Από την εποχή αυτή όμως, τα παραπάνω εξαρτώνται πλέον από τον ρυθμό που προκύπτει από την επεξεργασία και τον τρόπο διαδοχής ορισμένων χαρακτηριστικών ρυθμικών σχημάτων.
                Η εξέλιξη ξεκινά από την Φλωρεντία. Εκεί, γινόταν προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας τραγωδίας. Το πρόβλημα όμως ήταν ο συνδυασμός λόγου και μουσικής.
Με απλά λόγια, η πολυφωνία προϋποθέτει δύο ή περισσότερες φωνές που κινούνται μαζί. Μια φωνή μόνη της, μπορούσε να κινείται μόνο στην αρχή ενός έργου εκθέτοντας την κύρια μελωδία πάνω στην οποία στηριζόταν ολόκληρη η σύνθεση. Πώς όμως, μπορούσε να γίνει εφικτή η μονωδία; Δηλαδή πώς θα μπορούσε μια μελωδική γραμμή να κινείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να θεωρηθεί μονοφωνία;
Η λύση του προβλήματος ήταν η ομοφωνία. Με αυτή, ο λόγος μπορούσε να συνοδεύεται από συγχορδίες. Έτσι το συναισθηματικό περιεχόμενο του λόγου συνδυαζόταν με αυτό των συγχορδιών.
                Ο θεωρητικός Τζαρλίνο (Gioseffo Zarlino), ήταν ο πρώτος που έβαλε τις θεωρητικές βάσεις της συγχορδίας και διαπίστωσε την τάση να περιοριστούν οι τρόποι σε δύο, τον μείζονα και τον ελάσσονα.
                Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της εποχής είναι η χρήση του «Μπάσσο Κοντίνουο» (Basso Continuo), που σημαίνει «συνεχές βάσιμο». Αυτό σημαίνει, συνεχή διαδοχή συγχορδιών στις οποίες, όμως, η χαμηλότερη φωνή είναι χαρακτηριστική σε αντίθεση με τις υπόλοιπες των συγχορδιών. Αυτό πετυχαίνεται παίζοντας την χαμηλή φωνή ένα βαθύχορδο έγχορδο, συμπληρώνοντας τις συγχορδίες με τη βοήθεια Τσέμπαλου ή Οργάνου. Φυσικά και αυτή η χαμηλότερη φωνή, πρέπει να είναι συντεθειμένη έτσι, ώστε να είναι χαρακτηριστική σαν μελωδική γραμμή.
                Τέλος, ένα κύριο χαρακτηριστικό της εποχής, είναι η μονομοτιβικότητα. Αυτό σημαίνει ότι τα μέρη των έργων βασίζονταν στην επανάληψη ενός πρωταρχικού ρυθμικού μοτίβου. Έτσι εξηγείται το χορευτικό ύφος που πλέον επικρατεί στο Μπαρόκ σε αντίθεση με την Αναγέννηση.
·         Δομή και ύφος: Η εποχή του Μπαρόκ είναι πολυφωνική και μονομοτιβική ενώ γίνεται χρήση του Μπάσο Κοντίνουο που γεννά την ομοφωνία. Αυτή ξεκινά μέσα απ’ τις φούγκες του Μπαχ
·         Μορφολογικά: Απ’ αυτή την εποχή, ανθούν τόσο οι φωνητικές όσο και οι καθαρά «ενόργανες» μουσικές μορφές.
·         Μουσικό σύστημα: Αποκλειστικά διατονικό δύο τρόπων, του μείζονα και του ελάσσονα. Οι νόμοι που καθορίζουν τις σχέσεις μεταξύ των φθόγγων (έλξεις) σ’ αυτό το μουσικό σύστημα ονομάζονται με μια φράση σήμερα Τονικό μουσικό σύστημα του μείζονα και του ελάσσονα τρόπου ή Ευρωπαϊκό μουσικό σύστημα.
·         Η Αρμονία βασίζεται στις συγχορδίες και γενικότερα στις σχέσεις των βαθμίδων, όπως υπαγορεύεται άλλωστε από την ομοφωνία.
·       Τα όργανα της εποχής: Το αντιπροσωπευτικότερο όργανο της εποχής είναι το Τσέμπαλο το οποίο μοιάζει με το πιάνο χωρίς όμως να έχει τις εκφραστικές δυνατότητες αυτού. Αυτό είναι νυσσόμενο πληκτροφόρο. Δηλαδή, ο μηχανισμός του πλήκτρου ήταν συνδεμένος με μια ακίδα η οποία κατά την πίεσή του περνούσε κοντά από την χορδή τσιμπώντας την. Έτσι, όσο γρήγορο και αν ήταν το πάτημα του πλήκτρου, η ακίδα τσιμπούσε την χορδή πάντοτε με την ίδια δύναμη, αφού η απομάκρυνση της χορδής από την σταθερή της θέση ήταν περίπου η ίδια. Παρόμοια όργανα με το Τσέμπαλο είναι το Βέρτζιναλ, το Σπινέτο και το Κλαβικυτέριουμ. Στο τέλος της εποχής εμφανίζεται το Πιάνο, το οποίο με τις τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες που πρόσφερε, εκτόπισε σταδιακά τον προκάτοχό του, το τσέμπαλο. Προκάτοχος του Πιάνου είναι το Κλαβικόρδιο που είναι το πρώτο Κρουόμενο πληκτροφόρο, (Παραγωγή του ήχου με χτύπημα των χορδών μέσω μηχανισμού από πληκτρολόγιο).
Άλλα όργανα είναι:
·         Εκκλησιαστικό όργανο με κάποιες παραλλαγές του όπως το ρέγκαλ και πορτατίφ.
·         Τα έγχορδα με δοξάρι ήταν σχεδόν σαν τα σημερινά (βιολί, βιόλα, Βιολοντσέλο) και χρησιμοποιούνταν κυρίως στην ορχήστρα. Με μικρή καθυστέρηση εμφανίζεται το Κοντραμπάσο. Τέλος, τα νυσσόμενα έγχορδα ήταν τύπου λαούτου για λαϊκή χρήση.
·         Πνευστά όπως Όμποε, Φαγκότο και αργότερα Κόρνο, Τρομπέτα και Φλάουτο. Τα πνευστά δεν είχαν ρόλο συνοδευτικό.
·         Τύμπανα κλπ.

 Jean Philipe Rameau 1683 - 1764, εκτός από συνθέτης, ήταν και θεωρητικός. Πρώτος αυτός έθεσε τις θεωρητικές βάσεις της Αρμονίας.

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Συναυλία Θρησκευτικής Μουσικής

Θα μετάσχουν από τον Οργανισμό της ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗΣ, η ΜΙΚΤΗ ΧΟΡΩΔΙΑ [Διεύθυνση: Σταύρος Σολωμός, πιάνο: Λούση Χριστοδούλου], το ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΦΩΝΗΤΙΚΟ ΣΧΗΜΑ ‘’ΕΜΜΕΛΕΙΑ’’ [Διεύθυνση: Κατερίνα Πολυμενάκου, πιάνο: Ήρα Ζέρβα] και η ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ [Διεύθυνση: Γιώργος Μπουρδόπουλος]. Επίσης η σοπράνο Ήρα Ζέρβα, θα ερμηνεύσει άρια, από το έργο: ‘’Μessiah’’ του George Fr. Haendel. Στο πιάνο θα συνοδεύσει η Έφη Καββαδία- Ζέρβα.

Από πλευράς του Μουσικού Σχολείου [Διεύθυνση: Σταμάτης Λέκκας], η Φιλαρμονική Ορχήστρα [Διεύθυνση: Ιάσων Βάκρινος], θα συμπράξει με την Ορχήστρα της ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗΣ, αποδίδοντας έργα της Μεγάλης Εβδομάδος.

Οι Χορωδίες θα ερμηνεύσουν έργα W.A.Mozart, Ελένης Οικονομοπούλου, Giulio Caccini, Deak Gyorgi Bardos, Alessandro Scarlatti, Dmitry Bortnyansky, αλλά και Ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδος διασκευασμένες από τον Κώστα Κλάββα.

Η είσοδος του κοινού για τη συναυλία, αν και είναι ελεύθερη, θα πραγματοποιηθεί μόνον με αριθμημένες προσκλήσεις, που θα διατίθενται από τη Γραμματεία της ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗΣ, καθημερινά πρωί και απόγευμα, κατά σειρά προτεραιότητας και μέχρι εξαντλήσεως τους. Πληροφορίες τηλ. 2610 279679, 2610 222248.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Tom Waits-Ο τεμπέλης της εύφορης κοιλάδας

Ο τεμπέλης της εύφορης κοιλάδας...

Άραγε, τι δίνει θάρρος σ' έναν 60χρονο να γράφει τραγούδια; Ποιο είναι το κίνητρό του; Γιατί επιμένει να κάνει μια δουλειά που όσο "αντί" κι αν είναι - κι όσο κι ίδιος να μην το θέλει - απ' τη μανιέρα της μουσικής βιομηχανίας έχει βγει κι αυτή. Γιατί ξοδεύει το χρόνο του απομονωμένος σ' ένα στούντιο υποβάλλοντας τον εαυτό του στη δοκιμασία του αντι-σταρ ρόκερ; Μπροστά στο παμφάγο κοινό που απαιτεί από ένα άτομο της τρίτης ηλικίας να παίζει τα τραγούδια του ντε και καλά, όπως ακριβώς είναι στο CD... Αφού θα μπορούσε να κάνει την ήσυχη ζωή ενός ηλικιωμένου Αμερικανού μεσοαστού, παρακολουθώντας τις επιδόσεις των παιδιών του στο κολέγιο και πηγαίνοντας κρουαζιέρες στο Key Largo παρέα με τη σιτεμένη σύζυγό του - ή με κάποια πολύ νεότερη ερωμένη του...
Αλλά ο Tom Waits δεν έχει να πει τίποτε σπουδαίο για να βουλώσει τα στόματα όσων τον κατηγορούν ότι γερνάει και επαναλαμβάνεται με τις ίδιες μηχανικές κινήσεις που κάνει κάποιος όταν απλώνει βούτυρο στο ψωμί του. Δεν έχει να πει τίποτε ούτε για το 17ο στούντιο άλμπουμ του, το "Bad as Me", που κυκλοφορεί στις διεθνείς αγορές από τον περασμένο Οκτώβριο. Ούτε για τις μελωδικές ιδέες του που δεν έχουν σπουδαίο μέλλον πάνω στην παρτιτούρα, ούτε για τις ενορχηστρώσεις που δείχνουν να έχουν προέλθει από κλωνοποίηση και που καταναλώνουν σπάταλα τον μουσικό χρόνο, ούτε για τις μονότονες γκροτέσκο ερμηνείες, την παιδική επιμονή με τον βρόμικο ήχο των μπλουζ τού Σικάγο και τη νοσταλγία -τύπου "πλακιώτικο σαλόνι"- για το χιλιοτραγουδισμένο, καταραμένο Λας Βέγκας...
Αυτός ένα δίσκο ηχογράφησε. Και το "Bad as Me", όπως και το προηγούμενό του με πρωτότυπο υλικό, το "Real Gone", του 2004, δεν χρειάζεται τις συστάσεις των κριτικών για να ακουστεί και να αγαπηθεί. Άλλωστε, όλες οι δυνατές αγάπες ανεξήγητες είναι. Και παρορμητικές.
Η τρομακτική, υποβλητική, αφηγηματική φωνή του δημιουργού του εξισώνει το σοκ που προκαλεί με το οικείο, επίκαιρο αισθητικό "μήνυμά" της. Σε κάθε στροφή των στίχων ανατρέπει τη χαζοχαρούμενη πεποίθηση της μεταπολεμικής γενιάς ότι τα πράγματα πηγαίνουν πάντα καλύτερα. Σίγουρα δεν θα ήταν ποτέ το άλμπουμ που θα επέλεγαν οι χριστιανοί "ταλιμπάν", υποψήφιοι των ρεπουμπλικάνων, για την προεκλογική εκστρατεία τους.
Με φωνή άγγελου της Αποκάλυψης -ή προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης- αφοσιωμένος στην κλαγγή των μεταλλικών διαπεραστικών φθόγγων του honky-tonk πιάνου και της slide κιθάρας, ο ήχος του Tom Waits είναι σήμα κατατεθέν της μοναδικότητάς του. Το ίδιο και η ουσία των τραγουδιών του. Και το "Bad as Me" δεν αποτελεί εξαίρεση σ' αυτόν τον κανόνα. Ένα μείγμα (χωρίς ν' αλλάξουν οι αναλογίες απ' το παρελθόν) θεατρικότητας, cool jazz, σπαραχτικών μπλουζ και μελωδιών που πίσω απ΄ την κουρτίνα τους διακρίνονται οι φιγούρες του Gershwin, του Porter- ίσως και του Irving Berlin- σταθερές αναφορές στο νεοϋορκέζικο μουσικό κατακλυσμό του πρώτου μισού του 20ού αιώνα που είχε την "έδρα" του κάπου ανάμεσα στην 5η Λεωφόρο και το Μπρόντγουεϊ.
Για πάνω από 40 χρόνια τα τραγούδια του Tom είναι καταθέσεις υπεράσπισης για όλες τις χαμένες ψυχές που περιπλανώνται στα σκοτεινά στενά της πόλης αναζητώντας το πουθενά και το τίποτα. Και για το φανατικό κοινό του, ένα γερό παυσίπονο που πιάνει. Γεννήθηκε μέσα σ' ένα κινούμενο ταξί, λέει ο ίδιος. Μεγάλωσε στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας ακούγοντας τις ποπ επιτυχίες του Bing Crosby, λυρικά τραγούδια της εποχής του αμερικανικού εμφυλίου του Stephen Foster (του αποκαλούμενου και "εθνικού μουσουργού" των ΗΠΑ) και τις κλασικές μελωδίες του George Gershwin. Αγάπησε και ταυτίστηκε με τους συγγραφείς της μπίτνικ γενιάς, τον Κέρουακ και τον Μπουκόφσκι. Δούλεψε πορτιέρης στα κλαμπ του Λος Άντζελες. Ήταν τότε που κατάλαβε ότι πάντα ήθελε να γίνει ο τύπος που ανεβαίνει στη σκηνή και παίζει με την μπάντα του.
"Η γνωστή ιστορία. Όταν ήμουν νέος, ήθελα να μεγαλώσω. Τώρα που μεγάλωσα, δεν νιώθω και τόσο σίγουρος μ' αυτό", λέει με αυτοσαρκασμό στη συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο Οκτώβριο στον Tim Adams του "Observer", με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του άλμπουμ. Παρακάτω συμπληρώνει: "Ο Jimmy Stewart σταμάτησε να κάνει ταινίες γιατί τον χάλαγε η εικόνα του στην οθόνη. Εγώ είμαι περισσότερο ο τύπος που λέει: Ναι, δείχνω χάλια, αλλά σκοπεύω να μείνω, να δω πού θα με βγάλει..."
Προφανώς, εκεί που βγάζουν πάντα τα τραγούδια: Σε μια εύφορη κοιλάδα όπου το πέσιμο στην ανία διαρκώς αναβάλλεται. Εκεί που διασπούν τον χρόνο η νοσταλγική ατμόσφαιρα του "Pay Me" και η country & western μελιστάλαχτη υπερβολή του "Back in the Crowd". Που το παρελθόν ξετρυπώνει μέσα απ' τα διάκενα του πατώματος κάποιου φτηνού μοτέλ στον αυτοκινητόδρομο "66" και τα βυθισμένα στους καπνούς και το μπέρμπον blues πλάνα του "Kiss Me", στοιχειώνουν τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Εκεί που υπάρχει η rock 'n' roll διάθεση του "Get Lost" σαν κάποιος να θέλει να κάνει πλάκα μιμούμενος τον Έλβις όπως θα τραγουδούσε στα 80 του - αν ζούσε. Κάπου ανάμεσα στον πρωτόγονο ήχο του "Chicago", με το λαχανιασμένο up tempo ρυθμικό μέρος, την πρόζα και θεατρική διάσταση στο "Bad as Me" και στην unpluged αυθεντικότητα του "Last Leaf", παρέα με τον θρυλικό Keith Richards των Stones στις κιθάρες και τα φωνητικά. Για να καταλήξει, χωρίς ν' αλλάξει διόλου το σκηνικό, στις folk αποχρώσεις του Nτίλαν στο "New Year's Eve"... Ποιανού χρόνου άραγε;
 ΠΗΓΉ www.avgi.gr
Κυριακίδης Ν.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 08/01/2012 

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

George Frederick Handel

Ο George Frederick Handel γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1685, την ίδια χρονιά με τον Μπάχ (Johann Sebastian Bach) στην πόλη Halle της Σαξονίας, όπου σήμερα βρίσκεται η Γερμανία.

Πέθανε στο Λονδίνο τον Απρίλιο του 1759. Έζησε και συνέθεσε την εποχή του Μπαρόκ. Ο πατέρας του ήταν χειρούργος και η μητέρα του κόρη ιερέα των λουθηρανών. Ο Χαίντελ εξεδήλωσε το ενδιαφέρον του για τη μουσική από τη στιγμή που παρακολούθησε εκκλησιαστική λειτουργία. Οι γονείς του τον ενεθάρρυναν να αξιοποιήσει το μουσικό του ταλέντο. Ο πρώτος δάσκαλος του Χαίντελ ήταν ο διευθυντής της εκκλησιαστικής χορωδίας και μουσικός εκκλησιαστικού οργάνου της πόλης του, από τον οποίον έμαθε την τεχνική του κλαβιέ (πληκτρολογίου) και της σύνθεσης. Ήταν επιτυχημένος μουσικός εκκλησιαστικού οργάνου από την ηλικία των 8 του χρόνων. Αργότερα, διδάχθηκε όμποε και βιολί.

Οι πρώτες του συνθέσεις ήταν σονάτες για όμποε. Σε ηλικία 11 μόλις ετών ερμήνευσε συνθέσεις στο Βερολίνο όπου επαινέθηκε για την τεχνική του. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς, του άφησε, όμως, χρήματα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και έγινε μουσικός εκκλησιαστικού οργάνου στον καθεδρικό ναό των Καλβινιστών, στο Halle, για να συμπληρώσει τα έσοδά του ενόσω σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο. Ύστερα μετακινήθηκε βόρεια, στο Hamburg, όπου δίνονταν ευκαιρίες στους μουσικούς.

Ο Χαίντελ διετέλεσε μέλος ορχήστρας στην όπερα και το 1705 διηύθυνε την πρώτη παράσταση της όπεράς του Almira. Ακολούθησαν οι όπερες Π Nero και Floridno and Daphne (Δάφνης και Χλόη) την ίδια και την επόμενη χρονιά. Κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να μελετήσει μουσική στην Ιταλία. Έζησε στην Φλωρεντία, τη Βενετία, τη Νάπολη και τη Ρώμη. Εκεί συνάντησε τον Alessandro Scarlatti και άρχισε να συνθέτει με ενθουσιασμό.

Στη Φλωρεντία συνέθεσε την όπερα Rodrigo, που έγινε αποδεκτή με καλές κριτικές από τους κατοίκους της Ρώμης. Συνέθεσε το ορατόριο Resurrection in Rome (Ανάσταση στη Ρώμη). Στη Νάπολη συνέθεσε τις σερενάτες: Acis, Galatea και Polifemus και ξεκίνησε την όπερα Agrippina που την παρουσίασε στη Βενετία όπου έγινε δεκτή με επευφημίες. Ο Χαίντελ πήγε στο Λονδίνο το 1710. Οι Άγγλοι ενθουσιάστηκαν με τη μουσική του. Η όπερα Rinaldo του έφερε άμεση φήμη και επιτυχία. Το 1714 αφιέρωσε τη σουίτα του Water Music (Μουσική των Νερών) στον βασιλιά της Αγγλίας Γεώργιο Ι. Το ορατόριο Messiah (Μεσσίας) το συνέθεσε μέσα σε τρεις εβδομάδες, το 1742. Συνέθεσε 40 όπερες, 30 ορατόρια (χορωδιακό έργο), κονσέρτα για αρμόνιο που εκτελούσε ο ίδιος, concerti grossi (συνθέσεις με τεχνοτροπία μπαρόκ με σόλο όργανα - με περισσότερους από έναν σολίστες) και Te Deum (ύμνους στο Θεό). Η συνθέσεις του Water music και Royal Fireworks (Μουσική των νερών και Βασιλικά πυροτεχνήματα) ονομάστηκαν 'υπαίθρια μουσική'. Επέστρεψε στη Γερμανία αλλά το 1726 μετακόμισε στο Λονδίνο όπου και αγόρασε μόνιμη κατοικία για το υπόλοιπο της ζωής του. Έγινε Βρετανός υπήκοος, κάτι που του επέτρεψε να γίνει επίσημος συνθέτης στο βασιλικό παρεκκλήσι.
Μια σελίδα του αυτόγραφου σχεδίου George Frideric Handel του Μεσσία, 1741.

Από το 1726 ξένες όπερες έδωσαν νέο στυλ και τα ορατόρια έγιναν δημοφιλή. Ο Χαίντελ έγραψε πολλά κονσέρτα για όργανο καθώς και άλλα ορχηστικά έργα. Είχε την δεξιότητα να κατανοεί αυτό που ο κόσμος επιζητούσε από τη μουσική και να το συνθέτει. Το 1750 είχε ένα σοβαρό ατύχημα στην Ολλανδία. Μόλις ανέλαβε, άρχισε να συνθέτει το τελευταίο του ορατόριο, Jephtha, κατά τη διάρκεια της σύνθεσης του οποίου κατάλαβε πως τα μάτια του τον ενοχλούσαν.

Χειρουργήθηκε χωρίς όμως επιτυχία και έτσι τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε σχεδόν τυφλός. Κατάφερε να παραμείνει, όμως, ενεργά στο μουσικό στερέωμα μέχρι το θάνατό του. Αναπαύεται στη 'Γωνιά των Ποιητών', στο μοναστήρι του Westminister στο Λονδίνο.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ΑΚΗΣ ΔΗΜΟΥ-ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ

Η αγάπη του γκροτέσκο, σε δύο παραστάσεις
Πολενάκης Λ.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 20/11/2011 αναδημοσίευση από την Αυγή
Η αρχαία τραγωδία και η αττική κωμωδία είναι συγκοινωνούντα δοχεία, καθώς μοιράζονται κοινό μύθο. Η τραγωδία συχνά διαθέτει κωμικές παρεκκλίσεις, ενώ, αντίστοιχα, η κωμωδία, όπως έχει αποδειχθεί, λειτουργεί συχνά ως ανεστραμμένο είδωλο της τραγωδίας. Εικόνα της τραγωδίας μέσα σε παραμορφωτικό καθρέφτη αποτελούν οι λεγόμενοι "Φλύακες", που άνθισαν κυρίως στην Κάτω Ιταλία και θυμίζουν μια "γκροτέσκο" εκδοχή του τραγικού. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν παλίμψηστο κώδικα.
Αυτή η αγάπη του γκροτέσκο ακολούθησε όλη τη διαδρομή του ελληνικού θεάτρου, από το τέλος της τραγωδίας μέχρι τη μέση και τη νέα κωμωδία, μέχρι τους θεατρικά σκοτεινούς χειμώνες, με επιζώντες τους "μίμους" των βυζαντινών ιπποδρόμων ή μέσα στις πρώτες προσπάθειες αναγέννησης του θεάτρου, στον σπουδαίο θεατρικά, παρ' ότι παραγνωρισμένο ιστορικά, νεοελληνικό δέκατο ένατο αιώνα. Μεστό από παρωδία, σάτιρα, κωμειδύλλιο, θέατρο σκιών, μουσική κωμωδία κ.ά. Θα το βρούμε ακόμη στην επιθεώρηση και στον νεοελληνικό κινηματογράφο των δεκαετιών '50-'60, που διασώζει σχεδόν ακέραιο τον παλίμψηστο κώδικα. Μέχρι τις εντελώς σύγχρονες απόπειρες σκηνοθετικής "παρώδησης" του τραγικού είδους ή σύμμιξής του με κωμικό στοιχείο

Μια τέτοια προσπάθεια μίξης τραγικού και κωμικού με μουσική κάλυψη δίνεται από τη "Σπείρα Σπείρα" στην "Αθηναΐδα" με τον τίτλο "Σιγά τα αίματα". Σε κείμενα και στίχους του Άκη Δήμου, με μουσικές του Σταμάτη Κραουνάκη.
Η παρωδία διά της μίξης των ανόμοιων, που παράγει κωμικό σπινθήρα προκαλώντας ανάφλεξη του υλικού, είναι ένα είδος απολύτως νόμιμο, φτάνει βέβαια να είναι ο μάγειρος μάστορας. Στην προκείμενη περίπτωση ρίχνονται στη "χύτρα που βράζει" ανάμεικτα οι παλαιοί μας γνώριμοι, ο Αισχύλος κυρίως, με την "Ορέστεια", διανθισμένος με ολίγες τζούρες Σοφοκλή - Ευριπίδη... ποτισμένος με αριστοφανικό πνεύμα... σε νέες περιπέτειες... και "Φύγαμε!". Με επιθεωρησιακό στοιχείο, με "αλάτι" μιούζικαλ, με "πιπέρι" καυτούς στίχους και με "φόντο", τι άλλο: Τα πάθη της οικογένειας των Ατρειδών... που σιγοκαίνε, ως φαίνεται, ακόμα πίσω από τις μικρές και ασήμαντες (ή σημαντικές) "τρυφερές" νεοελληνικές οικογενειακές μας ιστορίες ή στιγμές. Τι μανία μ' αυτήν την οικογένεια, μας έχει πια στοιχειώσει!
Τα κείμενα του Άκη Δήμου στοχεύουν στην αναμόχλευση του σημερινού παράλογου μείγματος από κατεψυγμένη διάνοια, αδράνεια, βλακεία, παράνοια μεγαλείου κ.ά., που έχει επικρατήσει να ονομάζεται νεοελληνικός βίος... και μας έχει όλους τρελάνει, από του κατώτατου μέχρι του "ανωτάτου". Πετυχαίνουν αρκετά τον στόχο τους, παρ' ότι μερικές φορές μοιάζουν προβλέψιμα (τι να πεις πια που τα έχουμε δει όλα!), με αναφλέκτη τους έξοχους, απρόβλεπτους σατιρικούς στίχους του ίδιου, χάρις και στο εύφλεκτο υλικό της ευφάνταστης μουσικής του Κραουνάκη, που βάζει "φωτιά στα τόπια". Η σκηνοθεσία της μάλλον άπειρης στο απαιτητικό αυτό σύνθετο είδος μουσικής και λόγου Αθανασίας Καραγιαννοπούλου γενικά κινεί καλά το ανθρώπινο υλικό της, αλλά πρέπει να προσέξει περισσότερο τα τεχνικά, τις επικαλύψεις μουσικής - λόγου, τα "χαλιά", τα κενά, τις παύσεις. Οι χορογραφίες είναι του έμπειρου Φωκά Ευαγγελινού, τα σκηνικά του Παντελιδάκη, τα κοστούμια της Ιωάννας Πέτρα - Τσαντάκη, οι φωτισμοί του Παυλόπουλου. Μουσική διεύθυνση και πιάνο, Άρης Βλάχος.
Μια ισοδύναμη ομάδα καλών, ασκημένων ηθοποιών, όλοι άνδρες, "ενδύει" σωματικά την παράσταση (Χρήστος Γεροντίδης, Μπάμπης Γούσιας, Jerome Kaluta, Σάκης Καραθανάσης, Δημήτρης Μάριζας, Χρήστος Μουστάκας, Δημήτρης Μπογδάνος, Κώστας Μπουγιώτης, Γιώργος Στιβανάκης.
Συγγραφέας, ηθοποιός και κλόουν ο θεωρούμενος ως δάσκαλος του Μπρεχτ, πολυσύνθετος λαϊκός καλλιτέχνης Καρλ Βάλεντιν (1882 - 1948) έπαιζε με τη μόνιμη παρτενέρ του Λιλ Κάρσταντ, αυτοσχεδιαζόμενα επί τόπου σκετς στις μπυραρίες και στα καμπαρέ του Μονάχου. Με πολιτικό περιεχόμενο τα σκετς αυτά, που διασώθηκαν, μιλούν για τον μικρό φασισμό του καθ' ημέρα βίου και για τον μεγάλο, που ο ένας γεννά τον άλλον. Έχουν δηλαδή "αξία χρήσης", παίζονται ακόμη σήμερα και "μιλάνε".
Μια παράσταση ενός ανθολόγιου από σύντομα έργα του Βάλεντιν παρακολούθησα πρόσφατα στην Αθήνα, στον καινούργιο, όμορφο πολυχώρο "ΕΚΣΤΑΝ" στα Πατήσια, Καυταντζόγλου 5, σε μετάφραση Ελένης Παπαχριστοπούλου, προσαρμογή και σκηνοθεσία του παλιού, έμπειρου Γιάννη Σταματίου. (Ο τίτλος: "Μέσα στη νύχτα και στην ομίχλη"). Είναι μια ομαδική δουλειά πολύ καλή, θα το πω έτσι, απλά, διασκεδαστική και διδάσκουσα, που τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Η κίνηση είναι ιδιαίτερα επιμελημένη, η σκηνοθεσία θυμίζει βουβό κινηματογράφο με στοιχεία εξπρεσιονισμού, το παίξιμο των ηθοποιών σε ήπιο γκροτέσκο, ψιλοδουλεμένο. (Γιάννης Σταματίου, Ελένη Παπαχριστοπούλου, Άννα Δελαπόρτα, Γιάννης Καρζής, Άντα Μπατσάκη, Άντζελα Μπουσμπουρέλη, Νατάσα Σίλινα, Μάρθα Σίσκα, Αγγελική Σπύρου, Μάριο Τσαμαντιώτη, Κατερίνα - Πηνελόπη Φουσέκη).