"Enterrement à Ornans" (Κηδεία στην Ορνάν)

αισχύλου-ορέστεια

''...Τι έγινε μετά δεν είδα, μα κι αν το είδα δεν το λέω. Αυτό που θα συμβεί όταν συμβεί,θα το γνωρίσεις...μην κλάψεις απο πριν για κάτι που δεν ξέρεις, με το ξημέρωμα θα ρθεί το μέλλον μην φοβάσαι, και όλα θα γίνουν τότε και θα τα μάθεις όλα..'' Aισχύλος-Ορέστεια

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Νίκος Γκάτσος: Ο ξένος που ήρθε μιαν αυγή

Ο αιώνας που πρόσφατα συμπληρώθηκε από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου (8 Δεκεμβρίου 1911 – 8 Δεκεμβρίου 2011), διατηρεί ακόμη την απορία του μπροστά στο συμβάν που αυτός υπήρξε όχι μόνο ως δημιουργός της θρυλικής αλλοτοπίας της Αμοργού, αλλά ως εκείνος ο καθολικός ποιητής, που με την αντιδωρία του στο τραγούδι, κλόνισε το εγκάρσιο σώμα του νεώτερου πολιτισμού μας κρατώντας, ευτυχώς για μας, πάντα ανοιχτό το ερώτημα: «Ποιός είναι αυτός;». Ερώτημα, που όταν διατυπώνεται, αφορά τόσο τον Άλλον, όσο και τον ίδιο τον Εαυτό, ατομικό και συλλογικό, του υποκειμένου που ρωτά.
Ποιος είναι λοιπόν ο ξένος και πως άρρητα διαπερνά τη στιχουργική του;
Το ξένον είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σχέση των ποιητών (γυναικών και ανδρών) με τις κοινωνίες στις οποίες ζουν. Και τούτο, όχι επειδή τα ποιητικά υποκείμενα προέρχονται από ένα εξωτικό επέκεινα, αλλά γιατί, με το λόγο και την υπαρκτική τους στάση, εκθεμελιώνουν αυτό που οι κοινωνίες επιθυμούν να παραμένει αμετάβλητο: τους φαντασιακούς λόγους του αναγκασμού, πάνω στους οποίους δομούν και συντηρούν την ύπαρξή τους. Ο ποιητικός λόγος, όντας ιδιοπρόσωπος, διάφορος της «κοινής λογικής», αυτής του «μέσου ανθρώπου» που αναζητά ο νομικός κανόνας για να επιβάλει τον αναγκασμό του, όντας λόγος αφ’ εαυτού του δίκαιος, που ομιλεί, εν συνειδήσει τέχνης, το παράλογο και το ανυπόφορο -γι’ αυτό κι ενίοτε σαλός-, θέτει αναπόφευκτα αυτό, το αταίριαστο με την κοινωνική ομοιομορφία, ποιητικό υποκείμενο, ως «ξένο», ως αποσυνάγωγο και συχνά ως τερατώδες. Η αποσυναγωγή αυτή, ωστόσο, δεν συνιστά «πεπρωμένον» ακούσιου αποκλεισμού, αλλ’ ούτε και τιμάριο μιας, κοινωνικά υπαγορευόμενης, «καλλιτεχνικότητας». Μα πέπλον που συνειδητά υφαίνει και ξεϋφαίνει, στην καθ’ ημέρα υπομονή της η ποιητική τέχνη, για να σαβανώσει το ασώματο του θανάτου, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα, μες απ’ την ίδια τη θνητότητα, το άχρονο γυμνό σώμα του ζωντανού, ως σώμα καίριο:       

 «Χώμα διψασμένο και γυμνό
Πάνω από τα μέτρα σου δεν φτάνω
Κι έχω για πιλότο μου στερνό
Μόνο τον καιρό τον τσαρλατάνο»

Ποιος είναι ο ξένος;

Η αδαμιαία δίψα-ανάγκη κι ο καιρός. Οι δυο δυνάμεις που καθορίζουν την ανθρώπινη ζωή διαπνέουν, με τις επιμέρους θεματικές, και το συνολικό έργο του Γκάτσου (ο έρωτας κι ο θάνατος παντοτινοί συντρόφοι).
Πού, λοιπόν, και πώς βρίσκεται ο ξένος ανάμεσά τους; Ο Ξένος, δεν βρίσκεται ανάμεσα στις λέξεις που συναντάμε ιδιαίτερα συχνά στη στιχουργική του Γκάτσου, όπως οι λέξεις παιδιά (100), καρδιά (155), κόσμος (123) κι αγάπη. Είναι όμως αυτός που ενοικεί σταθερά στην προϊστορία αυτών των λέξεων, ιδίως της πλέον συχνής παιδί/παιδιά, και διαπλέκεται στην ιδιωτική θεματική του ποιητή σαν το υποδόριο συμβάν του γραμμένου. Κάτι όχι παράξενο στον Γκάτσο, αφού οι κεντρικές εμμονές του δεν ενδύονται τη λέξη, αλλά αναδύονται από αυτήν αισθητικά, όπως η Ελλάδα, για παράδειγμα, που καιτοι λεκτικοποιείται μονάχα 17 φορές, αποτελεί έκκεντρο νόημα της υπερρεαλιστικής γραφής του. Έτσι το ξένον, αναδύεται από το στιχουργικό περιβάλλον, στις αναφορές στο παιδί, το Χριστό, το Διγενή, το δροσουλίτη, την Περιμπανού, την τρελή του φεγγαριού, τον Σεβάχ, τον Ξένο που ήρθε μιαν αυγή, απ’ των παραμυθιών τη γη και ταξιδεύει στα χρόνια «Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Αϊ-Γιωργιού».
Το ποιός είναι ο ξένος, ο Γκάτσος θα μας το πει με πολλούς τρόπους: Είναι αυτός που, αν και οικείος, δεν είναι διακριτός στους οικείους: «όλοι σας τον γνωρίσατε μα δεν τον ξεχωρίσατε». Ο που πάντα έρχεται. Ο ερχόμενος. Ο έξω απ’ το τέλμα του καιρού. Ο ανέστιος αλλ’ όχι αναίσθητος, ο έξω από τη συγκυρία, αλλά εντός της, ο που την συνταράσσει καίρια. Aν και ο ίδιος άκαιρος (απ’ «των παραμυθιών τη γη»,), o ξένος έρχεται πάντοτε έγκαιρα στον κρίσιμο τόπο («έξω απ τις Μυκήνες»), για τον κρίσιμο φόνο, το κυνήγι το καλό, την παγάνα, στο φόνο του κακού («μια και με γράψανε φονιά πήρα τους δρόμους παγανιά…, κακό να κάνω στους κακούς). Ιδιόγλωσσος, ιδιαίτερος και διερχόμενος τον καιρό, ο Ξένος, είναι εν τέλει η ίδια η ποιητική καρδιά.

Πώς γεννιέται ένας ξένος;

Τι είναι όμως εκείνο που κάνει τον ξένο τέτοιον; Πώς γεννιέται ένας ξένος; Στα τραγούδια «Παραλογές και Παραμύθια», ως καταγωγικός τόπος εγγράφεται ο γαλαξίας της παιδικής ηλικίας: «αγόρι αλαφροΐσκιωτο με τα παλιά βιβλία», και ως ιδιαιτέρα πατρίδα η πρωταρχική απώλεια της παιδικής αθωότητας, η κατ’ εξοχήν γήινη πληγή, έγνοια και δάκρυ του υποκειμένου από τη στιγμή που επισυμβαίνει. Πληγή – πηγή, όμως, απ’ την οποία θα εκπορευτεί η τέχνη ως παραλογή, ως παραλλαγή και ως παραμυθία. Ως το ιδιογνώρισμα εν τέλει του ανθρωπίνου γένους:

«… αυτή είναι η Γη
του σύμπαντος αρρώστια και πληγή:
εκεί τραγούδια λένε γράφουν στίχους
κι ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί
κεντάνε με συνθήματα τους τοίχους»1

Η πληγή-πηγή, το άχωρ-ον, στο έργο του Γκάτσου, δεν τοπογραφείται στο αχανές ενός πλατωνικού σύμπαντος (εκεί δηλαδή που το άλλο, το πανομοιότυπο με το γήινο, παιδί του Σείριου, καθρεφτίζει τον εαυτό του), αλλά στην αντινομία και την οχλοβοή της ιστορικότητας. Εποπτεύει με εναισθησία τους θεατρινισμούς της εξουσίας και του αναγκασμού:

«Επίσκοποι και προεστοί
Κατακτητές και στρατηλάτες
Επαναστάτες και αστοί
Της ιστορίας οι πελάτες»2

Και απέχοντας από την πελατειολογία, πολιτειολογεί. Εν-τέχνως και γι’ αυτό ουσιωδώς: καταδύεται στο άχρονο βάθος της ιστορίας, χωρίς να διχάζεται ή να χάνεται, κι αλιεύοντας από εκεί τα χρυσόβουλα της, διασώζει την ποίηση μέσ’ την ανθρωπινότητα της συνύπαρξης, αλλά διασώζει όμως και τη συνύπαρξη μέσα στην ανθρωπινότητα της ποίησης:

«Μα εγώ χρυσόβουλο κρατάω
από καιρούς βυζαντινούς
Και τα άγρια βάθη που κοιτάω
Δεν τα χωράει ανθρώπου νους»3

Ο εθελούσια ξένος

Ο Ξένος, όμως, στην περίπτωση των ποιητικών υποκειμένων, γεννιέται και σε ένα δεύτερο χρόνο, στην ενήλικη ζωή. Κατ’ επιλογήν, δηλαδή εντέχνως. Στην περίπτωση αυτή, το υποκείμενο ερημώνεται το εγώ και μετατρέπει τον εαυτό του σε αντηχείο, ώστε να πραγματώνει, για χάρη της κοινότητας, το κάθετο ταξίδι του σαμάνου: Από το Σείριο στη Γη κι από τα έγκατα στην επιφάνεια, απ’ το παράλογο στην παραλογή κι απ’ τον νόμο στον έρωτα. Σαν «αστέρι του βοριά», «σαν αστραπή στο ουρανό», «είναι μακριά είναι κοντά σωπαίνει και δεν απαντά» έχοντας άξονα την αγάπη του ανθρώπινου. Αυτού του είδους το ανθρώπινο είναι και το προικιό με το οποίο ο Γκάτσος παντρεύει την τραγουδολαλιά με τον ποιητικό λόγο, το δημοτικό με το λόγιο, το συνειδητό με το ασυνείδητο: σπέρνοντας στον άνεμο, στην πνοή! Και κατορθώνει έτσι -αυτός ο εθελούσια ξένος του φιλολογικού καιρού του- όχι μόνο να δρέψει νιόδεντρα και καρπούς, αλλά την ουσιαστική ιστορική συνέχεια: «Σπόρο έριξα τα ανέμου και δεντράκι εγινέ μου/να βρει χώμα να θεριώσει άλλο σπόρο να μου δώσει».
Ο Ξένος του Γκάτσου, δεν είναι πλάνητας μήτε και πλανήτης, η ξενότητά του δεν είναι της τάξης της απόσυρσης και του αυτό-αποκλεισμού απ’ το πραγματικό, αλλά της μελέτης των δύσκολων χρησμών που όχθη τους έχουν το πραγματικό. Ο Ξένος, τέλος, είναι περαστικός-ιστορικός, αλλ’ αυτό που αφήνει στο πέρασμά του είναι της τάξης του πάντα. Είναι το χάδι-σημάδι του. Ένα χάδι, που έρχεται να αποτυπωθεί μέσα στο δέκτη του, επικυρώνοντας όχι μιαν ετερότητα, αλλά την ύπαρξη του χώρου υποδοχής της ετερότητας μέσα του. Ώστε, τελικά, ο Ξένος, να μην αποκαλύπτει στον άλλον πάρα μονάχα τον ίδιο του τον εαυτό: Ελλιπή ως προς την συνεύρεση. Στο ν’ αντ-αλλαχθεί ως μοναδικ-όν. Όσμωση, που ο Γκάτσος την ονομάζει κλειδί. Ενός παραδείσου που δεν ανακαλεί κανένα παρελθόν, αλλά λειτουργεί ως γέφυρα στο αμετάκλητο θαύμα του παρ-όντος, στη μεταλαβιά της συνεπιθυμίας που ξαναχτίζει τη γη «πάνω στου κόσμου την πληγή», πάλι και πάλι, μελώνοντας την ερημία με την εγκάρδια αποδοχή της έλλειψης του άλλου, ως ανθρώπινης κατάστασης.

«Μόνο σαν μεταλάβετε
Τότε θα καταλάβετε
Πώς ήταν άγουρο παιδί
Και κράταγε στα χέρια του
Μαζί με τα άλλα αστέρια του
Του παραδείσου το κλειδί»4

Έτσι όμως, η τέχνη γίνεται τέχνη ζωής αγκαλιάζοντας το ανθρώπινο χωρίς να το εκνευρώνει, με τον τρόπο που κάνει ο λογιοτατισμός του σουρεαλιστικού σοκ. Και ο ποιητής απεκδύεται το εγώ και το μοιράζει, ως αντίδωρο, σε πολλά κομμάτια σε πολλούς, κάνοντάς το στίχους , τραγούδια κι ως άλλος διαμελιζόμενος Διόνυσος, ως τραγωδή, αναβλασταίνει τον λόγο. Καθιστά ποιητικό το καθημερινό, με τα πανάρχαια υλικά των τελετών του λαού, με τη σοφία της επανάληψης του τραγουδιστού ήχου, με το ρήμα το άρρητο του δροσουλίτη σημαίνοντάς το με τρία «ρού» και «λού» και «μού», «στην Παναγιά την βλασταρού», την «Αμπελού» την «Μια μου».
Ο Νίκος Γκάτσος κατήλθε ως ξένος εκεί που δεν έφτασε κανείς στη νεοελληνική ποίηση: στα βάθη της συλλογικής ψυχής. Αλλά με την εμμονή της Δήμητρας που διεκδικεί την Περσεφόνη από τον Άδη μάλλον, πάρα με τη βαθιά θλίψη του Ορφέα που αναζητά την Ευρυδίκη που είχε και έχασε, ή την εμμονή του Δάντη που αναζητά την Βεατρίκη που δεν είχε ποτέ. Και σε αντίθεση με τον Ορφέα ή τον Δάντη, Ελευσίνιος μάλλον παρά Ορφικός, κατορθώνει να φέρει όχι μονάχα την Περσεφόνη, αλλά και την Ευρυδίκη και την Βεατρίκη από τον κόσμο του Άδη στον κόσμο της Ζωής.

Αθανασία Δανελάτου, δικηγόρος,
ΜΔΕ κοινωνιολογίας Παντείου
Πανεπιστημίου

Το κείμενο αποτελεί μέρος εισήγησης που δόθηκε στο δημοτικό θέατρο Απόλλων Πατρών για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου.

Σημειώσεις
1. Εn Syrio Hay Ninos, «Παραλογές και Παραμύθια»
2. Ελλαδογραφία
3. Η τρελή του φεγγαριού, «Παραλογές και Παραμύθια»
4. Ο ξένος


αναδημοσίευση από το www.epohi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.