"Enterrement à Ornans" (Κηδεία στην Ορνάν)

αισχύλου-ορέστεια

''...Τι έγινε μετά δεν είδα, μα κι αν το είδα δεν το λέω. Αυτό που θα συμβεί όταν συμβεί,θα το γνωρίσεις...μην κλάψεις απο πριν για κάτι που δεν ξέρεις, με το ξημέρωμα θα ρθεί το μέλλον μην φοβάσαι, και όλα θα γίνουν τότε και θα τα μάθεις όλα..'' Aισχύλος-Ορέστεια

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Ο ζωντανός Νίκος Πουλαντζάς



More Sharing Services

Αφιέρωμα της Εποχής του 2009 στα 30 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Πουλαντζά

Η συμπλήρωση 30 χρόνων από το θάνατο του Νίκου Πουλαντζά είναι απλώς η αφορμή για να αναφερθούμε στο έργο του. Ο πραγματικός λόγος είναι η διαρκής ανάγκη να ανατρέχουμε στις επίκαιρες και σήμερα αναλύσεις του για το σύγχρονο κράτος, την εξουσία, τις τάξεις, το σοσιαλισμό. Μια ανάγκη που δεν έχει σχέση με την απλή ιστορική αναδρομή ή μόνο με μια καθαρά θεωρητική συζήτηση. Σχετίζεται άμεσα με τις απαιτήσεις της πολιτικής δράσης και της καλλιέργειας του ιδεολογικού υπόβαθρου αυτής της δράσης - τουλάχιστον για την αριστερά που έχει αποδράσει οριστικά από τη δογματική στρέβλωση ενός σταλινισμού, ο οποίος έχει υποκαταστήσει τη μαρξιστική θεωρία με την εξουσιαστική απολογητική.


Μελετώντας το έργο του Ν. Πουλαντζά δεν αποκτούμε μόνο τα μέσα για να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο μας, ώστε να τον αλλάξουμε. Έχουμε επιπλέον και μια απτή απόδειξη του έωλου χαρακτήρα της δογματικής συκοφαντίας, που καταγγέλλει κάθε πρωτότυπη δημιουργική αναζήτηση στην παράδοση της μαρξιστικής σκέψης σαν οπορτουνιστικό ολίσθημα. Το ίδιο το έργο του Νίκου Πουλαντζά και η βοήθεια που έδωσε στην ανάπτυξη της πολιτικής δράσης των εργαζομένων και των πολιτικών εκφραστών των συμφερόντων τους στη σύγχρονη Ευρώπη, αποτελούν αποστομωτική απάντηση σε όσους πλασάρουν σαν ‘φρέσκο πράγμα’ το θεωρητικό θάνατο της δογματικής ακινησίας.


Πέρασαν, κιόλας, τριάντα χρόνια…

Του
Χάρη Γολέμη

Οι αριστεροί και οι κομμουνιστές είθισται να τιμούν ή έστω απλώς να μνημονεύουν τους «επιφανείς» νεκρούς τους στις στρογγυλές επετείους από το θάνατό τους. Δεν είναι κακό αυτό το τελετουργικό. Έτσι, από τη μία βιώνουν τη συνέχεια, στον ιστορικό χρόνο, της απελευθερωτικής περιπέτειας στην οποία μετέχουν και οι ίδιοι, και, από την άλλη, δίνεται η ευκαιρία στις νεότερες γενιές να έρθουν σε επαφή με τη ζωή και το έργο προσώπων που επηρέασαν τη γενικότερη πορεία της αριστερής σκέψης και πολιτικής πράξης.
Σαν σήμερα, λοιπόν, τριάντα χρόνια πριν, διαβάζαμε στην Αυγή και στον αστικό τύπο τη συγκλονιστική είδηση του θανάτου του Νίκου Πουλαντζά, κυριότερου θεωρητικού εκφραστή του αριστερού ευρωκομουνισμού. Είχε αυτοκτονήσει την προηγούμενη ημέρα, Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 1979, στο Παρίσι. Για τη σημασία του έργου του έχουν έκτοτε γραφεί και ακόμα γράφονται πολλά, δεδομένου ότι αυτό εξακολουθεί να είναι επίκαιρο σήμερα, όπως φαίνεται και από την πλούσια διεθνή εκδοτική και ακαδημαϊκή δραστηριότητα. Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς σκοπεύει να τιμήσει την μνήμη αυτού του σημαντικού μαρξιστή οργανικού διανοουμένου με εκδηλώσεις που θα ανακοινωθούν το επόμενο διάστημα.
Ανατρέχοντας στο αρχείο μου προκειμένου να βουτήξω στις μνήμες μιας παλιάς εποχής, θυμήθηκα τη λύπη και τη συγκίνηση που νιώσαμε, εκείνο τον Οκτώβρη του 1979, όσοι προερχόμαστε από την παράδοση της ιστορικής κομμουνιστικής ανανέωσης. Από όσα γράφτηκαν «εν θερμώ» εκείνες τις ημέρες, παραθέτω τα αποσπάσματα δύο κειμένων. Το πρώτο είναι από άρθρο της φιλοσόφου Κριστίν Μπυσί-Γκλυκσμάν, που δημοσιεύτηκε στο ΑΝΤΙ του καλού μας Χρήστου Παπουτσάκη, δέκα μέρες μετά το τραγικό συμβάν: «Με το βίαιο θάνατο του Νίκου Πουλαντζά, η αριστερά, οι κομμουνιστές, όλοι όσοι αγωνίζονται, χάνουν έναν από τους πιο κοντινούς τους, από τους πιο πρωτότυπους και κι από τους πιο απαιτητικούς θεωρητικούς…(Ο Νίκος Πουλαντζάς) είχε απομακρυνθεί από κάθε σταλινισμό, αποξενωθεί από τις γοητείες του σοσιαλδημοκρατικού κοινοβουλευτισμού, απορρίψει κάθε τεχνογραφειοκρατικό κρατισμό των ειδικών…(Π)ρέπει να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τα βιβλία του Νίκου Πουλαντζά για να καταλάβουμε τι κενό αφήνει και πόση πρέπει να είναι η συγκίνηση και η θλίψη μας…».
Το δεύτερο απόσπασμα είναι από ένα μικρό σημείωμα που έγραψε ο αγαπημένος μας Άγγελος Ελεφάντης στον Πολίτη (τεύχος 29, Οκτώβριος 1979): «Ο Νίκος Πουλαντζάς αναπαύεται στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς στο Παρίσι. Ο πόνος που δεν θα ξαναδούμε το φίλο και σύντροφο ας βολευτεί όπως βολευτεί. Στους ζωντανούς ταιριάζει περισσότερο ν’ ασχοληθούν με το έργο του, τη ζωή του, τη ζωή μας. Άλλοι, και ξεφύτρωσαν πολλοί αυτές τις μέρες, ανέλαβαν το ρόλο της μοιρολογίστρας. Θρήνος και κοπετός για το θάνατο του μεγάλου στοχαστή Πουλαντζά, που όσο ζούσε μόνο την περιφρόνησή τους του χάριζαν. Θρίαμβος και σαρκασμός για το «θάνατο» του μαρξισμού που ο θάνατος του Πουλαντζά «συμβόλισε». Ο μαρξιστής Πουλαντζάς πέθανε «κάτω από το βάρος της σκέψης του», θάνατος στον μαρξισμό. Ο τεθνεώς δεδικαίωτε, θάνατος στους ζωντανούς…».


«Ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός»

«Η ιστορία δεν μας έχει δώσει ως τώρα επιτυχημένο πείραμα δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό: απεναντίας μας έδωσε αρνητικά παραδείγματα προς αποφυγήν και σφάλματα για μελέτη, πράγμα όχι αμελητέο. Ασφαλώς, μπορεί κανείς ν’ αντιτείνει, στο όνομα φυσικά του ρεαλισμού (του ρεαλισμού της δικτατορίας του προλεταριάτου ή του ρεαλισμού των άλλων, των υγιώς σκεπτόμενων νεοφιλελεύθερων) πως αν αυτός ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν υπήρξε ακόμη πουθενά είναι διότι είναι ανέφικτος. Ίσως: δεν έχουμε πια τη χιλιαστική πίστη, τη βασισμένη σε μερικούς σιδερένιους νόμους μιας αναπόφευκτης δημοκρατικής και σοσιαλιστικής επανάστασης. Ένα όμως είναι βέβαιο: ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός. Επιπλέον, η αισιοδοξία μας για το δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό δεν θα πρέπει να μας κάνει να τον θεωρούμε σαν μια ‘βασιλική ατραπό’, ευκολοδιάβατη και δίχως κινδύνους. Κίνδυνοι υπάρχουν, αλλά κάπως μετατοπισμένοι: τελικά, οι κίνδυνοι είναι να πάρουμε το δρόμο που οδηγεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις σφαγές και να είμαστε, εμείς, τα διαλεχτά τους θύματα. Σ’ αυτό θ’ απαντήσω ότι, κίνδυνος για κίνδυνος, είναι πάντως προτιμότερος παρά να σφάζουμε τους άλλους για να καταλήξουμε κι οι ίδιοι κάτω από το λεπίδι κάποιας Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας ή κάποιου Δικτάτορα του προλεταριάτου.
Κίνδυνοι του δημοκρατικού σοσιαλισμού που δεν θα μπορούσαμε σίγουρα ν’ αποφύγουμε παρά μόνο μ’ έναν τρόπο: να κάτσουμε φρόνιμα και να βαδίσουμε δίχως λοξοδρομήματα υπό την προστασία και την επιτήρηση της προχωρημένης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία ......».

Από το κεφάλαιο «Προς ένα Δημοκρατικό Σοσιαλισμό» του βιβλίου του Νίκου Πουλαντζά «Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός». Εκδόσεις Θεμέλιο, γ΄ έκδοση 2008.

Σχετικά με ορισμένες έννοιες του έργου του

Η διδακτορική διατριβή του Νίκου Πουλαντζά στη φιλοσοφία του δικαίου ήταν μια προσπάθεια να συνθέσει μια νέα έννοια περί δικαίου με βάση στοιχεία από τα έργα του Γκέοργκ Λούκατς και του Λυσιέν Γκολντμάν. Η διατριβή κυκλοφόρησε το 1964 με τον τίτλο «Η φύση των πραγμάτων και το δίκαιο (Δοκίμιο για τη διαλεκτική του γεγονότος και της αξίας)». Ήδη ο Πουλαντζάς ασφυκτιούσε στο συγκεκριμένο πλαίσιο που αποκλήθηκε «ουμανιστικός μαρξισμός» (π.χ. Ζαν-Πολ Σαρτρ, Ε. Π. Τόμσον κ.ά.). Άρχισε να μελετάει το έργο του Αντόνιο Γκράμσι και το 1964 δημοσίευσε στο περιοδικό Les Temps Modernes το άρθρο “L’examen marxiste de l’?tat et du droit actuels et la question de l’alternative”. Το άρθρο αυτό τράβηξε την προσοχή του δομιστή μαρξιστή φιλόσοφου Λουί Αλτουσέρ και από τότε έγινε στενός συνεργάτης του κύκλου του που περιλάμβανε τους Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ρεζί Ντεμπρέ, Ζακ Ρανσιέρ κ.ά.). Στα άρθρα του στο περιοδικό αυτό θέτει βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από τη μελέτη της προηγούμενης συζήτησης στο μαρξιστικό χώρο αλλά και από την κριτική της ιστορικής συζήτησης στην αγγλική αριστερά (Ε. Π. Τόμσον-Τομ Ναίρν) όπως αν η «ταξική συνείδηση» αποτελεί μαρξιστική έννοια ή αστική επίδραση στο μαρξισμό, ποιες είναι οι δυνατές σχέσεις μεταξύ κράτους και κοινωνικών τάξεων στον καπιταλισμό, πώς εννοεί ο Γκράμσι την «ηγεμονία», με ποιο τρόπο μπορούμε να μιλάμε περί μιας «τάξης» ως «φορέα» της ιστορίας κ.ά.;

Οι κοινωνικές τάξεις

O Νίκος Πουλαντζάς, απορρίπτοντας την άποψη του απολύτως οικονομικού χαρακτήρα των τάξεων και τον μυθολογικό δυϊσμό τους, θεωρεί ότι οι ιδεολογικοί και πολιτικοί παράγοντες στη συγκυρία επηρεάζουν τη συγκρότηση και δράση των κοινωνικών τάξεων. Οι τάξεις δεν μπορούν να οριστούν ξέχωρα από την πάλη. Έτσι ο Πουλαντζάς απορρίπτει ουσιαστικά μια στενή δομική αντίληψη για τις τάξεις υπέρ μιας πιο ευρείας σχεσιακής δομικής αντίληψης. Οι τάξεις, μόνο κατ’ αρχήν, προσδιορίζονται δομικά, δηλαδή υπάρχουν αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τη θέληση ή τη συνείδηση των ατόμων. Στον προσδιορισμό των τάξεων τον κύριο ρόλο παίζουν οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και οι πολιτικές ιδεολογικές σχέσεις αποτελούν μέρος αυτών των σχεσιακών δομικών προσδιορισμών. Συνεπώς, τα κριτήρια είναι οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά.
Στα οικονομικά κριτήρια προτείνει το διαχωρισμό των βιομηχανικών χειρώνακτων «παραγωγικών εργατών» και των «μη παραγωγικών εργατών» με το κριτήριο της παραγωγής υπεραξίας και όχι με το κριτήριο του αν είναι κανείς μισθωτός ή μη. Άρα, την εργατική τάξη την αποτελούν αυτοί που παράγουν άμεσα υπεραξία παράγοντας υλικά εμπορεύματα και όχι οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, στο εμπόριο και στο κράτος. Οι τελευταίες ομάδες είναι που αποτελούν ένα μεγάλο τμήμα αυτού του κοινωνικού χώρου που ονομάζει «νέα μικροαστική τάξη». Είναι η τάξη των επαγγελματιών, των τεχνικών και των υπόλοιπων πνευματικά εργαζομένων, που είναι φορείς των κυρίαρχων ιδεολογικών σχέσεων.
Οι ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις είναι οι κοινωνικές σχέσεις που διασφαλίζουν την αναπαραγωγή του κυρίαρχου τρόπου εκμετάλλευσης. Στο πολιτικό επίπεδο η διασφάλιση αυτή επιτυγχάνεται μέσω των σχέσεων εποπτείας και εξουσίας στο εσωτερικό των δημοσίων οργανισμών και των ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Οι μισθωτοί διευθυντές-διαχειριστές και οι επόπτες βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού με την εργατική τάξη ακόμα και αν εμπλέκονται στη διαδικασία της άμεσης παραγωγικής εργασίας.
Στο ιδεολογικό επίπεδο η διάκριση «χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας» παίζει σημαντικότατο ρόλο στην υποταγή της εργατικής τάξης αποκλείοντάς την από τα «μυστικά» της γνώσης της παραγωγικής εργασίας στο σύνολό της. Αυξάνεται έτσι η εξάρτηση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο. Αυτοί οι μισθωτοί διευθυντές και επόπτες δεν είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης με τη μορφή της κυρίαρχης καπιταλιστικής, αλλά είναι συμμέτοχοι στην κυριαρχία πάνω στην εργατική τάξη είτε πολιτικά είτε ιδεολογικά. Μαζί με τους παραδοσιακούς μικροαστούς, όπως οι μικροκαταστηματάρχες και οι παλιοί τεχνίτες, αποτελούν μια ενιαία αλλά ετερογενή μικροαστική τάξη, που χαρακτηρίζεται από τα ιδεολογικά στοιχεία του ατομικιστικού ανταγωνισμού, του ρεφορμισμού και της πίστης σε ένα «ουδέτερο» κράτος, διαιτητή ανάμεσα στα αντιμαχόμενα ταξικά συμφέροντα.
Η θέση για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία αντιμετωπίστηκε αρκετά κριτικά από πολλούς. Πρώτον, πολλές, αν όχι οι περισσότερες θέσεις στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας περιλαμβάνουν τόσο παραγωγικές όσο και μη παραγωγικές δραστηριότητες. Δεύτερον, δεν ξεκαθαρίζεται γιατί και πώς αυτή η διάκριση οδηγεί αναγκαστικά σε τόσο θεμελιακές διαφορές συμφερόντων και εμπειριών των εργαζομένων. Ο Καρλ Μαρξ είχε ήδη επισημάνει ότι από τους μη παραγωγικούς εργάτες η υπεραξία αποσπάται με την απλήρωτη εργασία τους που μειώνει το κόστος για τους καπιταλιστές.

Εξουσία, αρχή, ισχύς

Ο Νίκος Πουλαντζάς θεωρεί ότι εξουσία είναι η ικανότητα μιας κοινωνικής τάξης να πραγματοποιήσει τα ειδικά αντικειμενικά συμφέροντά της. Η ερμηνεία του Πουλαντζά εμπεριέχει το στοιχείο της ομάδας και έχει και συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο : την τάξη. Ο Πουλαντζάς αναφέρεται στις δομές του πολιτικοκοινωνικού σχηματισμού στον οποίο κάθε φορά αναφέρεται και ο οποίος χαρακτηρίζεται από την διαρκή ταξική σύγκρουση. Για το λόγο ετούτο, σε μια μεταγενέστερη αναδιατύπωση της έννοιας του κράτους ως τόπου άσκησης της εξουσίας, θα αναφερθεί σ’ αυτό ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών. Η έννοια της εξουσίας που συνήθως χρησιμοποιείται στην περίπτωση μιας νομιμοποιημένης δύναμης, δηλαδή, εντός ενός πλαισίου ελάχιστης συναίνεσης εκ μέρους των υφισταμένων στη σχέση εξουσίας, ενώ θεωρείται από τον Πουλαντζά χρήσιμη, εν τούτοις σχετίζεται μόνο με τη διάκριση των μορφών της εξουσίας. Όσον αφορά την έννοια της authority (αρχή, αυθεντία) ο Ν. Πουλαντζάς την θεωρεί ως κατάλληλη προς χρήση στα πλαίσια της ανάλυσης των κοινωνιών που χαρακτηρίζονται από μη ανταγωνιστικές συγκρούσεις και αντιθέσεις. Η έννοια της ισχύος τοποθετείται στα πλαίσια μη ταξικών κοινωνικών σχέσεων, όπως π.χ. των μελών ενός αθλητικού συλλόγου.

Κράτος

Ένα άλλο στοιχείο της συζήτησης που άνοιξε ο Πουλαντζάς στο πλαίσιο του μαρξιστικού διαλόγου ήταν το κράτος. Είναι το κράτος εκπρόσωπος του λαού και λογοδοτεί σε αυτόν, όπως έλεγαν οι φιλελεύθεροι και οι πλουραλιστές ή εργαλείο στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης ή ελίτ (ριζοσπάστες, ελιτιστές); Αντίθετα από ότι συνέβαινε στις ΗΠΑ, στο χώρο της ευρωπαϊκής μαρξιστικής διανόησης, ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής, το ζήτημα αυτό ήταν ήδη λυμένο. Το κράτος ήταν έτσι κι αλλιώς εργαλείο ταξικού ελέγχου και το ζήτημα ήταν πώς το κράτος κυβερνά και πώς ασκείται ο ταξικός έλεγχος. Η παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη θεωρούσε το κράτος καπιταλιστικό, απλώς και μόνο γιατί τις περισσότερες θέσεις σε αυτό τις καταλάμβαναν (ειδικά στη Βρετανία) μέλη των ανώτερων αστικών τάξεων και στρωμάτων, που είχαν διαπαιδαγωγηθεί στα καλά δημόσια σχολεία και είχαν αποφοιτήσει από τα καλύτερα πανεπιστήμια (Οξφόρδη, Κέιμπριτζ στη Βρετανία, Εκόλ Νορμάλ, Κολέζ ντε Φρανς στη Γαλλία), έχουν ασπαστεί και εργάζονται με ένα κοινό κώδικα και διαθέτουν μια κοινή πολιτική-κοινωνική κουλτούρα για την υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων τους.

Η σχετική αυτονομία του κράτους

Από τη δική του πλευρά ο Νίκος Πουλαντζάς, με την έννοια της «σχετικής αυτονομίας» του κράτους πρότεινε μια πιο «δομική» μέθοδο προσέγγισης του κράτους, που, όπως θα δούμε, γίνεται πιο «σχεσιακή» στην πορεία. Ο Νίκος Πουλαντζάς ορίζει κατ’ αρχήν την εξουσία ως «την ικανότητα μιας κοινωνικής τάξης να πραγματοποιήσει τα ειδικά αντικειμενικά συμφέροντά της». Αναφέρεται στις δομές του πολιτικοκοινωνικού σχηματισμού, στον οποίο κάθε φορά αναφέρεται και ο οποίος χαρακτηρίζεται από την διαρκή ταξική πάλη. Η έννοια της εξουσίας που συνήθως χρησιμοποιείται στην περίπτωση μιας νομιμοποιημένης δύναμης, δηλαδή εντός ενός πλαισίου ελάχιστης συναίνεσης εκ μέρους των υφισταμένων στη σχέση εξουσίας, ενώ θεωρείται από τον Πουλαντζά χρήσιμη, εν τούτοις σχετίζεται μόνο με τη διάκριση των μορφών της εξουσίας.
Δεν είναι ούτε τα άτομα ούτε τα πολιτικά κόμματα που ορίζουν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελείται από τρία βασικά επίπεδα ή υποσυστήματα, δηλαδή το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό. Τα επίπεδα είναι αλληλεξαρτώμενα αλλά διαθέτουν μια σχετική αυτονομία. Το καπιταλιστικό κράτος παίζει το ρόλο του ρυθμιστή του συστήματος ως συνόλου: προστατεύει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του, διατηρεί την αστική κυριαρχία, τα υγιή επιχειρηματικά κέρδη, και, τέλος, κρατά την εργατική τάξη υπό έλεγχο -αν χρειαστεί δια της βίας αλλά το επιθυμητό είναι δια της ιδεολογίας. Ρυθμίζει την αναπόφευκτη ταξική πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ώστε αυτή να διεξάγεται εντός ορίων και να ελαχιστοποιούνται οι δυνατότητες εξέγερσης. Στην εποχή της φιλελεύθερης μαζικής δημοκρατίας αυτό δεν επιτυγχάνεται με την άμεση καταπίεση αλλά με τον έμμεσο έλεγχο που προϋποθέτει τη σχετική αυτονόμηση του κράτους από την εξυπηρέτηση των βραχυπρόθεσμων αστικών συμφερόντων, την τήρηση των ενδοαστικών ισορροπιών, την ικανοποίηση ορισμένων αστικών μερίδων εις βάρος άλλων ανάλογα με τη συγκυρία (π.χ. χρηματιστικού κεφαλαίου εναντίον μη παραγωγικών βιομηχανικών). Έτσι το καπιταλιστικό κράτος πατώντας σε τεντωμένο σχοινί διατηρεί την εύθραυστη ισορροπία που αναταράσσεται από τον εκάστοτε συσχετισμό ταξικών δυνάμεων. Αυτή η ισορροπία αντανακλάται στο εσωτερικό του κράτους: κοινοβούλιο, κυβέρνηση, δημόσιος τομέας. Για το λόγο ετούτο, σε μια μεταγενέστερη αναδιατύπωση της έννοιας του κράτους ως τόπο άσκησης της εξουσίας, θα αναφερθεί σ’ αυτό ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών. Στο τελευταίο του έργο προσπάθησε να εξερευνήσει τις συνέπειες αυτής της άποψης σε μια σειρά πλευρών της θεσμικής υλικότητας του κράτους και να ενεργοποιήσει τις θέσεις των προηγουμένων ερευνών για τη σύγχρονη μορφή του καπιταλιστικού κράτους.
Η σχεσιακή προσέγγιση της εξουσίας και του κράτους οδηγεί σε διακριτά συμπεράσματα για τη στρατηγική. Ο Πουλαντζάς αρνείται τη θέση ότι η αντίσταση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, επειδή πάντα θα επαναπορροφάται αμέσως μόλις επεξεργαστεί μια γενική στρατηγική. Αρνείται επίσης τη ριζοσπαστική ελευθεριακή άποψη ότι η αντίσταση θα είναι πετυχημένη μόνο στο βαθμό που παραμένει εξωτερική σε σχέση με το κράτος και το υπονομεύει απ’ έξω. Είναι αδύνατο να τοποθετηθεί κανείς εκτός της κρατικής εξουσίας, αφού οι λαϊκοί αγώνες επιδρούν στο κράτος και στους μηχανισμούς του, ακόμη και αν οι μάζες είναι φυσικώς αποκλεισμένες από την πολιτική συμμετοχή. Η στρατηγική της αποχής είναι, κατά τον Πουλαντζά, απλώς ένα εργαλείο που θα μπορεί να ανοίξει το δρόμο ενίσχυσης του κρατισμού.

Θανάσης Τσακίρης


Νέα έκδοση με κείμενα Πουλαντζά

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 30 χρόνων από το θάνατο του Νίκου Πουλαντζά, πρόκειται να εκδοθεί τον ερχόμενο Δεκέμβριο, από τις εκδόσεις Νήσος και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, η συλλογή κειμένων, άρθρων και συνεντεύξεων του Ν. Πουλαντζά The Poulantzas Reader. Marxism, Law and the State (Verso 2008, επιμ. James Martin) σε μετάφραση και επιμέλεια του Τάσου Μπέτζελου. Η έκδοση αυτή έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία του μεγάλου στοχαστή της Αριστεράς, και βεβαίως αναμένεται με ανυπομονησία.


Βιβλιογραφία

«Θέματα της μαρξιστικής αντίληψης περί κράτους» στο Μαρξισμός και Επιστήμη, Β΄ Εβδομάδα Μαρξιστικής Σκέψης, Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο, 1966.
Η κρίση των δικτατοριών: Πορτογαλία-Ελλάδα-Ισπανία, Αθήνα: Εκδ. Ολκός, 1975 (επανέκδοση Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς - Θεμέλιο, 2006)
Φασισμός και δικτατορία: Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα: Εκδ. Ολκός, Αθήνα: Εκδ. Ολκός (επανέκδοση ΙΝΠ-Θεμέλιο, 2006)
Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο, 1975
Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο, 1975
Η κρίση του κράτους, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση, 1978
Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός. Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο, 1982
Για τον Γκράμσι: Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ παρεμβάσεις, Αθήνα: Εκδ. Πολύτυπο, 1984
Πουλαντζάς Νίκος, Μίλιμπαντ Ραλφ και Φάυ Ζαν Πιέρ, Προβλήματα του Σύγχρονου Κράτους και του Φασιστικού Φαινομένου, Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο, 1984.


Κριτικές προσεγγίσεις στο έργο του

Α. Pήγoς - K. Tσoυκαλάς (επιμ.) Η Πολιτική Σήμερα. O Nίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο και Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, 2001.
B. Jessop, Nicos Poulantzas : Marxist theory and political strategy, London : Macmillan, 1985.
C. Barker, “A ‘New’ Reformism?-A Critique of the Political Theory of Nicos Poulantzas” International Socialism Νο. 4 (Άνοιξη 1979)


Oξυμένη αίσθηση της πολιτικής πραγματικότητας

Στην εφημερίδα «Αυγή» δημοσιεύτηκε πριν 30 χρόνια η ακόλουθη δήλωση του γάλλου φιλόσοφου Λουί Αλτουσέρ.
«Ο Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας ακριβός φίλος που αγαπώ πολύ. Ο θάνατός του με έχει αναστατώσει. Το θεωρητικό του έργο συνιστούσε μια κατεύθυνση πρωτότυπη, διαφορετική, απ’ ό, τι έχουμε συνηθίσει στη Γαλλία. Στηριζόταν σε μια κουλτούρα φιλοσοφική, ιστορική, πολιτική, οικονομική, σπάνια για τους Γάλλους διανοούμενους, πιο κοντά στην ευρύτητα των διανοουμένων της Κεντρικής Ευρώπης. Παράλληλα με τη θεωρητική του προσφορά, που είχε επίκεντρο το κράτος, το ρόλο του και τις μορφές του, τον Νίκο Πουλαντζά διέκρινε σταθερά μια οξυμένη αίσθηση της πολιτικής πραγματικότητας. Κι αυτό είναι ίσως που έχει τη μεγαλύτερη σημασία».


Ο σύντροφος Νίκος

«Η Κ.Ε. του ΚΚΕ Εσωτερικού εκφράζει τη βαθιά λύπη της για τον τραγικό θάνατο του Νίκου Πουλαντζά, παγκόσμια γνωστού Έλληνα μαρξιστή, φιλόσοφου και κοινωνιολόγου, Καθηγητή Κοινωνιολογίας στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (Βενσέν) και Διευθυντή Σπουδών στη Σχολή Ανώτερων Σπουδών για Κοινωνικές Επιστήμες του Παρισιού, και μέλους του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ο Νίκος Πουλαντζάς, βαθύς μελετητής του μαρξισμού και ερευνητής των κοινωνικών φαινομένων του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού στην εποχή μας, συνέβαλε με τις πρωτότυπες εργασίες του στην παραπέρα ανάπτυξη και ανανέωση του μαρξισμού και ευρύτερα των Κοινωνικών Επιστημών, ενώ ταυτόχρονα πήρε ενεργά μέρος στον αγώνα για την ανανέωση του Κομμουνιστικού Κινήματος της πατρίδας μας και γενικότερα της Δυτικής Ευρώπης. Η απώλειά του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο των Κοινωνικών Επιστημών, στο ελληνικό και διεθνές εργατικό κίνημα. Η Κ.Ε. του ΚΚΕ Εσωτερικού εκφράζει τα ειλικρινή συλλυπητήριά της στη γυναίκα του, στο παιδί του και σε όλους τους οικείους του».


Παιδί της εποχής του

Του
Άγγελου Ελεφάντη

Να, λοιπόν που ο αιφνίδιος και «παράλογος» θάνατος του Νίκου Πουλαντζά μας αναγκάζει να κουβεντιάσουμε εκείνα που δεν πιάναμε στα χείλη μας όσο ζούσε. Μακάβρια η αφορμή. Τόσο το χειρότερο για μας τους επιζώντες. Μα πώς αλλιώς να γίνει, όταν τίποτε άλλο δεν ταράζει το μαχμουρλίκι της ψυχής μας;
Ο Πουλαντζάς δεν πολεμούσε σ’ ένα χαμένο πόλεμο. Η πίστη του πως μπορεί να υπάρξει μαρξισμός, πως μπορεί να αναγεννηθεί η Αριστερά, ότι μπορεί να ξεπεραστεί η κρίση, πως μπορούν οι άνθρωποι, να ξαναπάρουν στα χέρια τους την υπόθεση του σοσιαλισμού, η βαθιά του πεποίθηση πως ο «σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει ποτέ» δεν ήταν άδεια λόγια της ακαδημαϊκής πολιτικολογούσας βαβούρας. Όπως επίσης δεν ήταν εκλάμψεις του «μεγάλου» στοχαστή που έφυγε, εκλάμψεις που γεννήθηκαν στο κενό και έπεσαν στο κενό. Ας μη δεχτούμε κι εμείς ότι ο Πουλαντζάς έπεσε στο κενό.
Ποιοι εμείς;
Πολλοί, πάρα πολλοί, αλλά κατ’ αρχήν εμείς οι Αριστεροί, όσοι τέλος πάντων απομείναμε.
Μαχητής ο Νίκος Πουλαντζάς σ’ αυτόν τον μεγάλο πόλεμο για το σοσιαλισμό, ήταν παιδί της εποχής του. Κι αν σήμερα πρέπει να ξαναπιάσουμε το έργο του σελίδα τη σελίδα, πρέπει επίσης να ξαναθυμηθούμε χρόνο το χρόνο τη δεκαπενταετία που το έργο αυτό φτιάχτηκε. Είναι ένα έργο που χρονολογείται και χρονολογεί.
Δεν είναι της ώρας η συνολική αποτίμησή του, ούτε η περιπλάνηση στο πνευματικό του δρομολόγιο. Θέλω μόνο τώρα να υπενθυμίσω τις φωνές που άκουγε στο δρόμο, που τις ακούγαμε όλοι, καθώς φτιάχνονταν η «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις», ο «Φασισμός και Δικτατορία», «Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό», «Η κρίση των Δικτατοριών», «Η κρίση του Κράτους», «Το κράτος, η εξουσία και ο σοσιαλισμός». Από τις φωνές αυτές ερχόταν μια πρώτη ύλη, επίμονη, διαπεραστική, διάχυτη. Ήταν η ύλη των επιστημονικών, των πολιτικών και των κοινωνικών γεγονότων της δεκαετίας του ’60 και ’70 από την οποία δεν προσταστεύεσαι παρά μόνο με τεράστια στρώματα παχυδερμίας. Ποτέ όμως όταν διαθέτεις τη διαφάνεια που φαίνεται ότι είχε ο Ν. Πουλαντζάς.
Βρέθηκε λοιπόν σε μια εποχή που σήμανε το τέλος του θεωρητικού δογματισμού, το τέλος της μαρξόφωνης ψαλμωδίας. Μόλις είχε αρχίσει να λύνεται, μ’ άτακτο τρόπο είναι αλήθεια, η αυτοπολιορκία των κομμουνιστών όλου του κόσμου. Πιο σωστά βρέθηκε σε εποχή που είχε εγγράψει στην ημερήσια διάταξη τη δυνατότητα ν’ αρχίσει πόλεμος ενάντια στο δογματισμό, πόλεμος που διαρκεί ακόμη με αβέβαια τα αποτελέσματα, ασαφείς και μετατοπιζόμενες τις παρατάξεις και που κανείς δεν ξέρει πόσο θα βαστάξει ακόμη. «Το μέλλον διαρκεί πολύ», έγραφε το 1970.
Βρισκόμαστε, λοιπόν στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Αν καταγράψουμε τις μέχρι το 1979 τεράστιες ανακατατάξεις, τις αναταραχές, τα κινήματα και τις επαναστάσεις θα δούμε ότι ήρθε το μέσα έξω. Απελευθερωτικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο, έξαρση της σοβιετοκινεζικής σύγκρουσης, πραξικόπημα στην Ελλάδα, Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, Πόλεμος στο Βιετνάμ, τα φοιτητικά κινήματα στην Ευρώπη και την Αμερική, το γενικό ξύπνημα της γηραιάς Ηπείρου, ο Μάης το ’68, το ιταλικό ζεστό φθινόπωρο, η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, οι αραβο-ισραηλινοί πόλεμοι, η πτώση των δικτατοριών, η άνοδος και η ήττα της γαλλικής αριστεράς, η ιρανική επανάσταση, οι κομμουνισοκομμουνιστικοί πόλεμοι στην Ινδοκίνα. Τα ίδια χρόνια αναπτύχθηκαν νέα κοινωνικά κινήματα, είδαν το φως πλήθος οι οργανώσεις, μαοϊκές, τροτσκιστικές, αναρχικές, για να χαθούν οι πιο πολλές μαζί με το πέρασμα της εφηβείας των μελών τους. Οι εργατικές τάξεις της Ευρώπης, ύστερα από δεκαετίες, ξανάρθαν στο ιστορικό προσκήνιο πρωταγωνιστικά. Ταυτόχρονα στο χώρο της επιστήμης, των ιδεών και της θεωρίας πληττόταν θανάσιμα η επίσημη ορθοδοξία του Μοναδικού και Αλάθητου Κέντρου. Κι όλα αυτά όχι μόνο με νίκες αλλά και ήττες, όχι ίσα εμπρός προς την «πρόοδο» αλλά και ολοταχώς προς τα πίσω, όχι μόνο με το κεφάλι ψηλά αλλά και με τη ράχη σκυμμένη, όχι μόνο ανοίγοντας ορίζοντες αλλά και σφαλίζοντας πόρτες που χτες ακόμη θεωρούσαμε ορθάνοιχτες. Συχνά, και ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια, απολογούμενοι, αμυνόμενοι, στο τελευταίο χαράκωμα.
Ο Ν. Πουλαντζάς πέρασε, απ’ όλα αυτά τα χαρακώματα που έφτιαχνε η εποχή του βάζοντας συνέχεια τις φωνές, ουρλιάζοντας με πάθος, δυνατά. Είπε και έκανε τα σωστά ή τα λάθη, ποτέ όμως σπίτι του, ποτέ από πίσω. Κι έτσι διέπραξε όλα τα «σωστά» κι όλα τα «λάθη» του μαχητή. Ποτέ του παρατηρητή. Ίσως αυτό χρειαστεί πολύ για να καταλάβουμε κάτι απ’ όσα έγραψε. Τα υπόλοιπα θα είναι της δικαιοδοσίας κάποιας έδρας «πουλαντζολογίας».

Σημείωση: Το κείμενο που δημοσιεύουμε είναι απόσπασμα από μια εκτενέστερη αναφορά στο έργο του Ν. Πουλαντζά, που δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» λίγο μετά το θάνατό του.


Δυσαναπλήρωτο κενό για την ελληνική διανόηση

Ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος για τον Ν. Πουλαντζά:

«Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ θάνατος του Νίκου Πουλαντζά, αν για τους φίλους του είναι βαρύ πλήγμα, για την ελληνική διανόηση σημαίνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό, τη στιγμή μάλιστα που είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να γυρίσει και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα.
Δεν είναι μόνο η προβολή της σκέψης ενός Έλληνα διανοητή στο διεθνή χώρο που συνδέει το έργο του Πουλαντζά με την Ελλάδα. Οι δεσμοί ολόκληρου του έργου του με την ελληνική πραγματικότητα, όσο κι αν αυτό φανεί περίεργο σε μια πρώτη ματιά, είναι βαθιά οργανικοί: σε όσους παρακολούθησαν από κοντά τον άνθρωπο και τη σκέψη του, μολονότι το θεωρητικό του έργο υπερβαίνει την ελληνική προβληματική, γίνεται όλο και πιο φανερό πως οι πρώτες του καταβολές βρίσκονται στη συμπυκνωμένη, έστω και κατά τρόπο ενστικτώδη και διαισθητικό, ελληνική εμπειρία που μετουσιώνεται στη θεωρητικοποίηση γενικότερων φαινομένων.
Πράγματι, η ιδιαίτερη οξύτητα που οι ιδιάζουσες ιστορικές συνθήκες της Ελλάδας έδωσαν στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες συνετέλεσε κατά πολύ στη συνειδητοποίηση ορισμένων προβλημάτων κι έδωσε σε ορισμένους Έλληνες ερευνητές, που έζησαν και μορφώθηκαν πνευματικά μέσα στο κλίμα της κατοχής, των εμφυλίων πολέμων και των συνεπειών, μια οξύτερη όραση των πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων του σύγχρονου κόσμου. Σ’ αυτούς ανήκει και ο Ν. Πουλαντζάς που προικισμένος με σπάνιες θεωρητικές ικανότητες, κατόρθωσε να διευρύνει την προβληματική της πολιτικής επιστήμης και να προεκτείνει και να πλουτίσει τη μαρξιστική σκέψη».


Για τη θεωρία του κράτους

Είναι γνωστό ότι οι θεωρητικοί του μαρξισμού δεν διατύπωσαν μια γενική θεωρία του κράτους όχι γιατί δεν μπορούσαν ή για κάποιους άλλους λόγους δεν ήξεραν να τη συστηματοποιήσουν, αλλά γιατί γενική θεωρία του κράτους δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Το πρόβλημα είναι φοβερά επίκαιρο: το βλέπουμε στη συζήτηση που γίνεται στις μέρες μας στους κόλπους της ιταλικής Αριστεράς. Ο Ν. Μπόμπιο σε δύο εντυπωσιακά άρθρα του τόνισε τελευταία και για μια ακόμα φορά, πως ο μαρξισμός δεν διαθέτει μια γενική θεωρία για το κράτος. Άλλοι Ιταλοί μαρξιστές θεώρησαν εαυτούς υποχρεωμένους ν’ απαντήσουν πως υπάρχει θεωρία του κράτους ‘εν σπέρματι’, στους κλασικούς του μαρξισμού και πως εμείς χρειάζεται να την αναπτύξουμε, μ’ άλλα λόγια δηλ. ήθελαν να πουν πως είναι δυνατό να υπάρξει τέτοια θεωρία. Όμως αν και ο Μπόμπιο χρησιμοποιεί λάθος επιχειρήματα, το γεγονός παραμένει ίδιο: δεν υπάρχει γενική θεωρία του κράτους στο μαρξισμό, γιατί τέτοια θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει. Πρέπει να τονίσουμε με ιδιαίτερη επιμονή αυτό το συγκεκριμένο σημείο εναντίον όλων των καλής ή κακής πίστης επικριτών του μαρξισμού, που του καταλογίζουν κενό στην επεξεργασία μιας γενικής θεωρίας της πολιτικής και της εξουσίας. Και πρέπει να πούμε πως, αντίθετα, το γεγονός αυτό είναι προς τιμήν του μαρξισμού, το ότι δηλαδή και στην περίπτωση αυτή όπως και σε άλλες απορρίπτει τις μεγάλες μεταφυσικές αιωρήσεις της λεγόμενης πολιτικής φιλοσοφίας, όπως και τις υπερφίαλες, τις γενικές και τις αφηρημένες θεωρητικοποιήσεις που αποκαλύπτουν τάχα τα μεγάλα μυστικά της Ιστορίας, της Πολιτικής, του Κράτους και της Εξουσίας.
***
Τα πραγματικά προβλήματα είναι αρκούντως σοβαρά και περίπλοκα, για να έχουν την πολυτέλεια να εμπιστευτούν την τύχη της επίλυσής τους σε υπεραπλουστευτικές και στομφώδεις γενικεύσεις που ουδέποτε κατάφεραν να εξηγήσουν το παραμικρό.
Όχι πώς δεν υπάρχουν κενά στις μαρξιστικές αναλύσεις για το κράτος και την εξουσία, μόνο που τα κενά αυτά δεν βρίσκονται εκεί που τα γυρεύουμε. Αυτό που ακριβοπλήρωσαν οι λαϊκές μάζες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, δεν είναι η έλλειψη μιας μαρξιστικής γενικής θεωρία του Κράτους και της Εξουσίας, είναι αντίθετα ο εσχατολογικός και προφητικός δογματισμός, που για πάρα πολύ χρόνο μας τάιζε ένα παρόμοιο θεωρητικό σύστημα με τη μορφή της «μαρξιστικής-λενινιστικής» θεωρίας του Κράτους.
Ο μαρξισμός έχει πράγματι σημαντικά κενά στους τομείς, όμως, εκείνους που η θεωρητικοποίηση είναι δυνατή και επιβάλλεται. Στο βιβλίο μου «Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις» και σε άλλα κείμενα που έγραψα αργότερα, έδειξα πως τα κενά αυτά, που προσπάθησα να αναλύσω την αιτία τους, αφορούν ταυτόχρονα τις γενικές θεωρητικές προτάσεις του μαρξισμού και τη θεωρία του καπιταλιστικού κράτους. Μια από τις συνέπειες που απορρέουν σήμερα είναι και η ανυπαρξία μιας ικανοποιητικά προχωρημένης ανάλυσης των καθεστώτων και της μορφής του Κράτους, στις Ανατολικές χώρες.
Στο μέτρο που δεν μπορεί να υπάρξει μια γενική θεωρία του Κράτους, η οποία θα διατύπωνε τους γενικούς νόμους και τους μετασχηματισμούς του αντικειμένου της μέσα στους διαφορετικούς τρόπους παραγωγής, δεν μπορεί φυσικά να υπάρχει ανάλογη θεωρία για τη μετάβαση από το ένα Κράτος στο άλλο συγκεκριμένα δηλαδή για τη μετάβαση από το καπιταλιστικό κράτος στο σοσιαλιστικό κράτος. Μια θεωρία του καπιταλιστικού Κράτους μπορεί να μας υποδείξει σημαντικά στοιχεία για την μετάβασή του στο σοσιαλισμό.
Τα στοιχεία όμως αυτά δεν μπορούν να είναι τίποτ’ άλλο από θεωρητικό-στρατηγικές έννοιες πρακτικού επιπέδου, που μπορούν φυσικά να αποτελέσουν κάποιον οδηγό δράσης αλλά απλά και μόνο από μέτρο των ενδεικτικών πινακίδων.
Δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει «μοντέλο» για το μεταβατικό κράτος προς τον σοσιαλισμό, ούτε και ένα παγκόσμιο μοντέλο εξειδεικεύσιμο ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, μια αλάθητη και θεωρητικά εξασφαλισμένη συνταγή για την μετάβαση του Κράτους προς τον σοσιαλισμό, ούτε καν για την περίπτωση μιας συγκεκριμένης χώρας. Γι’ αυτό οι αναλύσεις που κάνω εδώ σχετικά με το κράτος στη μετάβαση στον σοσιαλισμό στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης δεν έχουν καθόλου αυτή την πρόθεση. Οφείλει κανείς να ξεκαθαρίσει τη θέση του μια για πάντα. Ξέρουμε σήμερα πως δεν μπορούμε ν’ απαιτήσουμε από μια θεωρία όσο και επιστημονική να είναι, συμπεριλαμβανομένου ακόμα και του μαρξισμού ο οποίος είναι πάντα μια πραγματική θεωρία της πράξης, να δώσει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει. Υπάρχει πάντα μια δομική απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα.
Δυο οι αποστάσεις που είναι μια και η ίδια. Όσο «υπεύθυνοι» μπορεί να είναι οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού για τους ολοκληρωτισμούς που γεννήθηκαν στη Δύση, άλλο τόσο «υπεύθυνος» μπορεί να θεωρηθεί και ο μαρξισμός γι’ αυτά που συμβαίνουν στην Ανατολή. Δεν ευθύνεται ο μαρξισμός, και με την πιο τρέχουσα έννοια, επειδή δηλαδή στην Ανατολή έχουμε μια εκτροπή του μαρξισμού, ο καθαρός μαρξισμός απαλλάσσεται. Γιατί ακριβώς υπάρχει η διάσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, πράγμα που ισχύει για όλες τις θεωρίες επομένως και για τον ίδιο τον μαρξισμό. Η έννοια της καθαρής θεωρίας επικαλύπτει τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Το να προσπαθούμε να την υποτιμήσουμε είναι σαν να καταλογίζουμε τα πάντα στη θεωρία ή στο όνομα της θεωρίας να δικαιολογούσαμε τα πάντα.
Γιατί απόσταση δεν σημαίνει αγεφύρωτη διάσταση, αντίθετα: την αέναα ανοιχτή αυτή απόσταση σπεύδουν πολλοί έτοιμοι να την επιχωματώσουν. Σήμερα ξέρουμε και το άλλο: πως δεν υπάρχει θεωρία, όποια και να ‘ναι αυτή, όσο απελευθερωτική και να είναι, που να μπορεί μόνο με «την καθαρότητα του λόγου» της να αποκλείσει τους μπετατζήδες των αποστάσεων ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική, τους εφαρμοστές κειμένων και αυτούς που περιορίζουν την πραγματικότητα στα μέτρα τους, να προσφεύγουν ακριβώς σ’ αυτή τη θεωρία και μάλιστα στην καθαρότητά τους.
Το λάθος όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι του Μαρξ, όπως δεν ήταν και του Πλάτωνα, του Ιησού, του Ρουσσώ ή του Βολτέρου. Και η απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη παραμένει ανοιχτή παρ’ όλες τις επιχωματώσεις. Ο Στάλιν δεν αποτελεί λάθος του Μαρξ, όπως και ο Βοναπάρτης (ο πρώτος) δεν είναι λάθος του Σορέλ, παρ’ όλο που οι σκέψεις τους χρησιμοποιήθηκαν συχνά για να καλύψουν ολοκληρωτισμούς και μάλιστα στο όνομα ακριβώς της καθαρότητάς τους.

Απόσπασμα από το έργο του Ν. Πουλαντζά
«Το Κράτος, η Εξουσία, ο σοσιαλισμός»
(εκδόσεις «Θεμέλιο»)


Λίγα βιογραφικά στοιχεία

Ο Νίκος Πουλαντζάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 1936. Το 1953 τελείωσε τη Μέση Εκπαίδευση και κατόπιν γράφτηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστήμιου της Αθήνας. Έλαβε μέρος στις νεολαιίστικες κινητοποιήσεις της εποχής για το κυπριακό και την παιδεία μέσα από τις γραμμές της ΕΔΑ. Σπούδασε επίσης κοινωνιολογία στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης και του Παρισιού. Στο Παρίσι, όπου έζησε το περισσότερο μέρος της ζωής του, έγινε μέλος του ΚΚΕ. Μεταξύ 1961 και 1964 δίδαξε φιλοσοφία του δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Αργότερα δίδαξε κοινωνιολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (Βενσέν) και διετέλεσε διευθυντής σπουδών στην Εκόλ Πρατίκ. Το 1968 με τη διάσπαση του ΚΚΕ εντάχθηκε στο ΚΚΕ εσωτερικού και πήρε μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα. Παντρεύτηκε με τη διάσημη φεμινίστρια συγγραφέα Αννί Λεκλέρ (πέθανε στις 18 Οκτωβρίου 2006) και απέκτησαν μία κόρη. Πέθανε στην 3η Οκτωβρίου 1979 έχοντας πέσει από τον 20ό όροφο της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε στο Παρίσι. Λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του ο Νίκος Πουλαντζάς είχε δώσει μια σημαντική διάλεξη με θέμα «Το Δίκαιο και το Καπιταλιστικό Κράτος» στην εναρκτήρια ολομέλεια της Βρετανικής Κοινωνιολογικής Ένωσης.

Πηγή: Εποχή 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.