"Enterrement à Ornans" (Κηδεία στην Ορνάν)

αισχύλου-ορέστεια

''...Τι έγινε μετά δεν είδα, μα κι αν το είδα δεν το λέω. Αυτό που θα συμβεί όταν συμβεί,θα το γνωρίσεις...μην κλάψεις απο πριν για κάτι που δεν ξέρεις, με το ξημέρωμα θα ρθεί το μέλλον μην φοβάσαι, και όλα θα γίνουν τότε και θα τα μάθεις όλα..'' Aισχύλος-Ορέστεια

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Παντελής Μπουκάλας «Στα σκοτεινά πηγαίνουμε», αλλά με Άγιο Φως

​​Παλαιό και δυσεπίλυτο το πρόβλημα περί του Αγίου Φωτός». Και αν τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον για την καταγωγή και τις διαστάσεις του αναζωπυρωνόταν κυρίως από την άγρια έριδα των ορθοδόξων μοναχών με τους Αρμένιους μονοφυσίτες για τα προνόμια και τα πρωτεία (παραχωρημένα με αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα ή σουλτανικά φιρμάνια), φέτος ήρθε η ώρα να γίνει και το ζεύγος φωτολατρία/φωτομαχία τμήμα της προεκλογικής ύλης. Χωρίς εντούτοις να κατορθώσει να της δώσει πνευματικότερο τόνο. Φανέρωσε πάντως με ποιες παλαιοκομματικές αντιλήψεις (του αμφοτερόγλωσσου αρχηγισμού συμπεριλαμβανομένου) δημιουργούνται σχήματα που επαίρονται για το ανανεωτικό-αντιπαλαιοκομματικό πνεύμα τους, αλλά στην πρώτη δοκιμασία αποκαλύπτονται ήδη γερασμένα. Ετσι οι εκλογικές βλέψεις του «Ποταμιού» και η επιλογή του ιδρυτή-αρχηγού του κ. Σταύρου Θεοδωράκη να πάει με τα νερά των πολλών άφησαν κομματικώς έκθετο τον κ. Νίκο Δήμου και τις απόψεις του για το φως των Ιεροσολύμων και την υποδοχή του. Δικαίωμα του καθενός είναι, βέβαια, να πιστεύει ό,τι θέλει. Αλλά, διάβολε, κανείς δεν δικαιούται να απαγορεύει τον έλεγχο και την κριτική, με φόβητρο μάλιστα την Κόλαση. Δεν καυχιόμαστε πως όσοι γεννιόμαστε σε τούτα τα μέρη έχουμε την ίδια σαρμανίτσα με τον Ορθό Λόγο;

Η ιερά οργή ορισμένων τιτλούχων της Εκκλησίας, από άμβωνος και (κυρίως) τηλεοράσεως εκφρασθείσα, δεν τους επέτρεψε να θυμηθούν ότι ένας από τους σπουδαιότερους «αιρετικούς» ήταν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Εφραίμ, θανών το 1771. Εμπιστευόμενος και την προσωπική του πείρα, ο Πατριάρχης χαρακτήριζε την τελετή του Παναγίου Τάφου «χειροποίητον μηχανουργίαν», τους δε εμπλεκομένους «φωτοποιούς». Ηξερε άλλωστε και αυτός ότι ουδείς Πατέρας της Εκκλησίας είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικό, ουδείς ύμνος αινεί το εν λόγω φως και ουδεμία απεικόνισή του, βυζαντινή ή μεταγενέστερη, το απαθανάτισε. Γνώριζε επίσης ότι «πρώτον ηκούσθη όνομα αγίου φωτός», κατά την κοραϊκή διατύπωση, το 870 μ.Χ. από κάποιον Βερνάρδο, Γάλλο Βενεδικτίνο μοναχό που, επιστρέφοντας από το προσκύνημά του στον Αγιο Τάφο, διέδωσε πως υπήρξε μάρτυς του θαύματος. Ολα τούτα ούτε καινοδοξίες είναι ούτε εμπεριέχονται σε τίποτε απόκρυφα βιβλία. Καταγράφονται λ.χ. στο βιβλίο του αρχαιολόγου Κωνσταντίνου Καλοκύρη «Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως και το θέμα του Αγίου Φωτός» (Θεσσαλονίκη, 1999). Δυστυχώς, στον τόπο μας οι αντιδικίες, για οτιδήποτε (πολιτικό, θρησκευτικό, ιστορικό, γλωσσικό, σεισμολογικό κ.ο.κ.), έχουν τα γνωρίσματα του καβγά που αγαπάει τους αφορισμούς και αδιαφορεί για τα επιχειρήματα (πρότυπό του οι τηλεοπτικές «συζητήσεις»), και όχι του διαλόγου που κομίζει τεκμήρια και μαρτυρίες.

 Ορισμένοι ιεράρχες κραδαίνουν, δίκην επιχειρήματος, την απειλή του αφορισμού. Επιλέγουν δηλαδή την εκβιαστική και λογοκριτική κατάχρηση της κάθε άλλο παρά συμβολικής εξουσίας τους, ποντάροντας και στον μεταφυσικό φόβο, που ώρες ώρες περιλαβαίνει ακόμα και τους πλέον ορθολογιστές. Ομολογουμένως είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί υψηλή πνευματικότητα στα λεγόμενα ιερωμένων που το πάθος τους για την κάμερα τους οδηγεί να συνομιλούν με αυτήν, αυτοσκηνοθετούμενοι, παρά με το πλήρωμα (ή με τον Θεό). Ποιος λόγος λοιπόν και ποιος διάλογος, όταν οι άνθρωποι οι ταμένοι στην αγάπη, εκτός που εθνικοποιούν τον Χριστό κηρύσσοντάς τον οιονεί Ελληνα (αλλοιώνοντας έτσι το κορυφαίο γενετικό γνώρισμα του χριστιανισμού, την οικουμενικότητα), φέρονται με αμείλικτη λεκτική βία. Αφορίζοντας, απειλώντας, αναθεματίζοντας. Λίγο βαθύτερα αν το σκέφτονταν, θα συνειδητοποιούσαν ότι η απόδοση τιμών αρχηγού κράτους στο Αγιο Φως δεν είναι οπωσδήποτε τιμητική. Δηλαδή, στην υλιστική γλώσσα που τόσο καλά κατανοούν, το Αγιο Φως, που λατρεύεται ως σήμα ουράνιο, ως πνοή θεϊκή, είναι ελαφρώς ανώτερο της κ. Μέρκελ, που υποδεχτήκαμε τις προάλλες; Και ισότιμο του Γερμανού προέδρου κ. Γκάους που είχαμε υποδεχτεί νωρίτερα ή του προέδρου οποιασδήποτε άλλης χώρας; Τόσο μόνο;

 «Παλαιό και δυσεπίλυτο πρόβλημα» έχει χαρακτηρίσει το Αγιο Φως όχι κάποιος εμμονικός φωτομάχος, κακόπιστος, ανθέλλην κ.ο.κ., αλλά ο πατήρ Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής, σε βιβλίο «Φωτομαχικά - Αντιφωτομαχικά: Το φως του Παναγίου Τάφου στον διάλογο Διαφωτισμού - Ορθοδοξίας» (εκδ. «Ιστορητής/Κάτοπτρο», 2001). Δίκαιο και τίμιο το βιβλίο του πατέρα Μεταλληνού (θα έλεγα χριστιανικό, αν ο όρος δεν ανήκε πια αν όχι στους έκπτωτους, τουλάχιστον στους διαβληθέντες), αποθησαύριζε δυσεύρετα κείμενα του 19ου αιώνα, παρακολουθώντας όχι ένα διάλογο (αυτός ουδέποτε επετεύχθη) αλλά μια ιδεολογική σύγκρουση. Από τη μια ο Αδαμάντιος Κοραής, ο «μωρόπιστος σοφιστής» (ας θυμηθούμε πόσα άκουσε από τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, αλλά και πόσα ακούει ακόμη από όσους πρεσβεύουν πως ο Διαφωτισμός είναι η μεγάλη πληγή του ελληνισμού, άρα και της... υποκείμενής του ανθρωπότητας).

Και από την άλλη, εκκλησιαστικοί και θεολόγοι που κατακεραύνωσαν τον λόγιο· μάλιστα όταν πέθανε, το Πατριαρχείο απαγόρευσε το μνημόσυνό του. Τον αφορισμό τον γλίτωσε επειδή «διά της συκοφαντίας τον φόβον» είχε δημοσιεύσει αργοπορημένα τον «Διάλογο περί του εν Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός», κάπως υποβαθμισμένο, εσκεμμένα, στον τρίτο τόμο των «Ατάκτων» του, το 1830. «Σαν εμπρηστική μπόμπα μέσα σε ένα καλάθι μήλα ανακατωμένο μέσα σε άλλα δυο καλάθια», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γ. Βαλέτας. Ο Καλλίμαχος λοιπόν του κοραϊκού διαλόγου θυμίζει στον (όχι τυχαία αποκαλούμενο) Φώτιο ότι «εξ ουρανού ψευδοκαταίβατα φώτα μάς εφύλαξεν η ιστορία πολλά» - προχριστιανικά: Στη Λυδία «οι ιερείς άναπταν τα ξύλα διά τας θυσίας με πυρ αόρατον», ενώ ο Ζώσιμος, συγγραφέας του 5ου αι. μ.Χ., ιστορεί «το φαινόμενον κατά την εορτήν της Αφροδίτης εις τον αέρα φως, ποτέ μεν σφαιροειδές, ποτέ δε εις σχήμα λαμπάδος, και τον άπειρον χρυσόν και άργυρον, όσον εθησαύριζον οι ιερείς δι’ αυτόν».

 Επειτα από δύο αιώνες, βρισκόμαστε ακόμα στην αφετηρία και όχι μόνο όσον αφορά το «μυθιστόρημα του φωτός», όπως το χαρακτήρισε η Εταιρεία Συγγραφέων διαμαρτυρόμενη για τις απειλές αφορισμού. Προσωπικά μένω με άλυτη την απορία που διατύπωσα εδώ Μεγάλη Πέμπτη του 2005, 27 Απριλίου: «Ακόμα κι αν συμφωνήσουμε ότι ο Θεός έχει αποφασίσει να στέλνει το φως μόνο στους ορθοδόξους, γιατί –όπως λέγεται– το στέλνει μόνο σε Ελληνες ορθοδόξους; Πόσο χριστιανικό είναι τελικά να αποδίδεται εμμέσως εθνικότητα στον Θεό;»
www.kathimerini.gr

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Ὅταν χτυπήσουν πάλι οἱ καμπάνες θὰ πεταχτοῦμε σὰν τὰ πουλιά

Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών. Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη… Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις, να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις. Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Γιατί αλλάζουν πράγματα. Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν. Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα. Ίσως, πρέπει να είναι τρελλοί. Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν ένα άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης; Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί; Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες. Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ό,τι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν." Τζακ Κέρουακ



ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
 Εἶναι πουλιὰ ποῦ δὲν πετᾶνε εἶναι πουλιὰ θαμμένα μέσ᾿ σὲ κουτιά
 Εἶναι δωμάτια καὶ εἶναι λέξεις ποὺ σκίζουνε τὸ κεφάλι σὰν καρφιά
 Εἶναι καρφιὰ ποῦ δὲν πονᾶνε εἶναι καρφιὰ π᾿ ἀνακουφίζουν
 Ὅταν χτυπήσουν πάλι οἱ καμπάνες θὰ πεταχτοῦμε σὰν τὰ πουλιά
Μίλτος Σαχτούρης

ευχαριστώ τον Χ.Μ

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ν. Χατζηνικολάου: Στα ελληνικά πανεπιστήμια το επίπεδο πέφτει συνεχώς






Η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν ό,τι πιο σημαντικό για μένα. Να ακούω πάλι να μιλάνε ελληνικά στον δρόμο, ήχοι και μυρωδιές...» λέει ο Νίκος Χατζηνικολάου.
Το προηγούμενο βράδυ της συνάντησής μας, ο Νίκος Χατζηνικολάου μόλις είχε ολοκληρώσει το κείμενό του για τον κατάλογο της έκθεσης «Ο Ελληνας του Τολέδο» που παρουσιάζεται στο Μουσείο Σάντα Κρουθ. Η μεγαλύτερη που έχει διοργανωθεί ποτέ για τον Γκρέκο και η πρώτη στην ιστορία που φιλοξενείται στο Τολέδο, με αφορμή τα 400 χρόνια από τον θάνατό του.

Ο Νίκος Χατζηνικολάου έχει συνδέσει το όνομά του με τον ζωγράφο, ερευνώντας για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια, τη ζωή και το έργο του. Ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στην Κρήτη, καταξιωμένος διεθνώς, συγκαταλέγεται στους κορυφαίους μελετητές του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, αλλά σίγουρα θα τον αδικούσαμε αν φωτίζαμε μόνο αυτήν την πτυχή της προσφοράς του, καθώς έχει συμβάλει στην επιστημονική αναβάθμιση της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα.

Οργάνωσε τις σπουδές ιστορίας της τέχνης στην Κρήτη εκ του μηδενός και σήμερα, «στο δυνατό νησί», όπως το αποκαλεί, περνάει τους μισούς μήνες του χρόνου. Κάθε φορά σχεδόν μετακομίζει, μεταφέροντας κούτες γεμάτες βιβλία. Μια ζωή αφιερωμένη στη μελέτη, την έρευνα, τη συγγραφή, τη διδασκαλία.

«Ενας φίλος μου μού είπε κάποια στιγμή, “πάλι με τον Γκρέκο ασχολείσαι;” Μα θα έλεγε ποτέ κανείς στον Λίνο Πολίτη, πάλι με τον Σολωμό ασχολείσαι, ή σε έναν φυσικό, πάλι με την κβαντομηχανική;» σχολιάζει με χιούμορ αλλά και μια ελαφρά πικρία, «την ενστικτώδη πεποίθηση κάποιων ότι αυτά δεν αξίζουν πάνω από πέντε λέξεις σε μια εφημερίδα. Οτι δεν τίθεται θέμα γνώσης του έργου ενός ζωγράφου».

Οταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο Νίκος Χατζηνικολάου εξέδωσε σε εκδοτικό οίκο της Γαλλίας το βιβλίο «Ιστορία της τέχνης και πάλη των τάξεων», όπου προς μεγάλη απογοήτευση των γονιών του στον πρόλογο είχε συμπεριλάβει τη φράση του Λένιν «ιστορία της τέχνης, τι συναρπαστικό πεδίο είναι αυτό για έναν Μαρξιστή», ένας Ελληνας δημοσιογράφος το είχε παρουσιάσει σε ελληνική εφημερίδα, βάζοντας τίτλο: «Εκ Θεσσαλονίκης ο νέος».

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1938, τυχαία, όπως εξηγεί: «Ο πατέρας μου ήταν εντομολόγος, ειδικευμένος στην καταπολέμηση της ελονοσίας. Το Ιδρυμα Ροκφέλερ χρηματοδότησε τη δημιουργία ενός σταθμού μελέτης του φαινομένου στη Θεσσαλονίκη. Η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια πιάνου».

Τα σχολικά του χρόνια ξεκίνησαν στην Αθήνα και συνεχίστηκαν στην Αμερική λόγω μιας υποτροφίας Φουλμπράιτ του πατέρα του. «Οταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα οι γονείς μου θεώρησαν ότι θα ήταν καλό να συνεχίσω στο Κολλέγιο Αθηνών. Δυστυχώς, δεν ήμουν μόνο πολύ κακός μαθητής αλλά και κακός αθλητής, έτσι δυο χρόνια μετά, με έδιωξαν από εκεί και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στη Σχολή Χατζηκωνσταντίνου στο Παλαιό Φάληρο».

Ξεκίνησε σπουδές ιατρικής στη Βιέννη και το Βερολίνο με στόχο να γίνει ψυχίατρος. «Να φανταστείτε τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, είχα πάνω από το κρεβάτι μου το πορτρέτο του Φρόιντ. Τελικά, αποφάσισα να αλλάξω Σχολή. Γράφτηκα στη Φιλοσοφική Σχολή του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και ξεκίνησα ιστορία του θεάτρου, γερμανική λογοτεχνία, φιλοσοφία και λίγη ιστορία τέχνης στην αρχή. Μόνο όταν πήγα στο Φράιμπουργκ και άκουσα τον Κουρτ Μπάουχ, ειδικό του Ρέμπραντ, να διδάσκει αποφάσισα να γίνω ιστορικός της τέχνης. Μετά, συνέχισα στο Μόναχο όπου επέλεξα ένα γαλλικό θέμα για τη διατριβή μου, κι έτσι έφυγα για το Παρίσι, το οποίο με ενθουσίασε τόσο πολύ που αποφάσισα να μείνω εκεί».

Την περίοδο της δικτατορίας βρισκόταν στο Παρίσι. «Ημουν πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων φοιτητών. Παράτησα ό,τι άλλο έκανα. Μετά τον Μάη του ’68 ο υπουργός Εσωτερικών βέβαιος ότι ο Μάης ήταν έργο “ξένων δυνάμεων” αποφάσισε, αφού κέρδισε ο Ντε Γκολ τις εκλογές, να κάνει μια εκκαθάριση. Ηταν ορατός ο κίνδυνος να με διώξουν από τη Γαλλία. Κατά σύμπτωση λίγο καιρό πριν είχα γνωρίσει τον υπουργό Δικαιοσύνης του Ντε Γκολ, τον Ρενέ Καπιτάν, κι έτσι τελικά έμεινα στο Παρίσι, αλλά είχα την υποχρέωση να παρουσιάζομαι στο αστυνομικό τμήμα σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οταν έπεσε η χούντα όλοι μου οι φίλοι, ο Αγγελος Ελεφάντης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Δημήτρης Σπάθης, ο Φίλιππος Ηλιού, η Αννα Φραγκουδάκη, επέστρεψαν στην Ελλάδα. Εγώ δεν μπορούσα γιατί ήμουν ανυπότακτος. Δεν είχα πατήσει το πόδι μου στη χώρα για 19 χρόνια. Κάθε καλοκαίρι πήγαινα στη Σικελία γιατί ένιωθα κοντά στην Ελλάδα. Μόνο όταν μια φίλη με ενημέρωσε για έναν νέο νόμο βάσει του οποίου μπορούσα να εξαγοράσω τη θητεία μου, είχα τη δυνατότητα πλέον να επιστρέψω. Η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν ό,τι πιο σημαντικό για μένα. Να ακούω πάλι να μιλάνε ελληνικά στον δρόμο, ήχοι και μυρωδιές...».
Οι υπουργοί Παιδείας τσακίζουν τις ανθρωπιστικές επιστήμες
«Το πρόβλημα της ελληνικής ιστορίας της τέχνης είναι πολύ σοβαρό. Μέχρι τα τελευταία χρόνια, οι Eλληνες ιστορικοί τέχνης ήταν είτε κλασικοί αρχαιολόγοι είτε βυζαντινολόγοι. Αυτή η ελληνική τραγωδία τώρα πάει να αποκτήσει μιαν επιπλέον διάσταση με τη σταδιακή έλλειψη ενδιαφέροντος στο εξωτερικό για τον αρχαίο και τον βυζαντινό κόσμο. Για να καταλάβετε πόσο σοβαρό είναι αυτό, σκεφθείτε ότι το 1900 τα σανσκριτικά διδάσκονταν στις φιλοσοφικές σχολές των γερμανικών πανεπιστημίων. Τώρα δεν διδάσκονται πουθενά».

Σήμερα το επίπεδο της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα είναι σαφώς καλύτερο, αλλά και πάλι ο Νίκος Χατζηνικολάου εντοπίζει έναν κίνδυνο: «Οι περισσότεροι ενδιαφέρονται για τη νεότερη και νεότατη τέχνη. Και όταν εμφανίζεται κάποιο ενδιαφέρον για παλαιότερα θέματα, αυτό εστιάζεται συνήθως μόνο σε ό,τι έχει σχέση με την Ελλάδα. Εθνικισμός δηλαδή, αν θέλουμε με μια λέξη να περιγράψουμε το φαινόμενο. Αυτό συμβαίνει διότι οι ελληνικές ελίτ έβαλαν όλα τα χαρτιά τους πάνω σ’ αυτό που θεωρούσαν ότι μπορεί εύκολα να τις αναδείξει. Δεν λέω να μην καλλιεργούμε ιδιαίτερα τη δική μας ιστορία και επομένως να μη μελετάμε το έργο του Γιάννη Μόραλη ή του Βάλια Σεμερτζίδη, αλλά ένα είναι αυτό και άλλο είναι η έλλειψη ουσιαστικής ευρωπαϊκής παιδείας. Είναι σαν να μιλάς για τα μαθηματικά και να αναφέρεσαι μόνο στον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή. Φοβάμαι τη μοναξιά που θα προκύψει μετά, όταν κανείς δεν θα ενδιαφέρεται, όταν δεν θα μπορεί πια αυτός ο τόπος να “πουλήσει” το ένδοξο παρελθόν του. Πώς θα επιβιώσει;».

Η συζήτηση φτάνει στα ελληνικά πανεπιστήμια: «Συνεχώς πέφτει το επίπεδο. Χτυπάνε λιγότερο τις λεγόμενες θετικές επιστήμες, αυτό το οποίο τσακίζουν είναι οι ανθρωπιστικές και συνεργοί είναι οι εκάστοτε υπουργοί. Στην περίπτωση της κ. Διαμαντοπούλου ας πούμε ότι η στάση της οφείλεται σε άγνοια, καθώς έχει τελειώσει το Πολυτεχνείο, αλλά τον κ. Αρβανιτόπουλο πώς να τον δικαιολογήσουμε; Δυστυχώς από τη σημερινή κυβέρνηση δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα. Η Αριστερά από την άλλη πλευρά έχει μια ιστορική ευκαιρία αλλά και ένα τεράστιο πρόβλημα. Η διγλωσσία δεν μπορεί να συνεχίζεται ούτε η άρνηση συνεργασίας των δυνάμεων της Αριστεράς μεταξύ τους. Αποχώρησα από το ΚΚΕ Εσωτερικού τον Νοέμβριο του 1973, διότι ένας θαυμάσιος άνθρωπος, ο τότε γενικός γραμματέας Μπάμπης Δρακόπουλος, από τη μια πλευρά καλλιεργούσε τον αντιστασιακό λόγο αλλά από την άλλη, όταν έγινε το Πολυτεχνείο, ανακοίνωσε ότι “σκοτεινές δυνάμεις έχουν παρέμβει για να ανατρέψουν την πορεία προς την ομαλότητα”. Η διγλωσσία, μέχρις ενός σημείου είναι αναπόφευκτη για τα λεγόμενα πολυσυλλεκτικά κόμματα. Εδώ όμως έχουμε καίρια θέματα αποφασιστικής σημασίας που αφορούν τους εργαζόμενους και το μέλλον του τόπου. Δεν μπορείς να παίζεις με διφορούμενα».
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος είναι ένας πετυχημένος περιθωριακός
– Τι σας έκανε να ασχοληθείτε με τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο;

– Οταν το 1985 εκλέχτηκα καθηγητής Ιστορίας της Ευρωπαϊκής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, θυμάμαι, αναρωτήθηκα τι θα διδάξω. Και πιστέψτε με ήταν ένα πολύ σοβαρό ερώτημα. Υπήρχε αδιαφορία για την ιστορία της τέχνης, τουλάχιστον γι’ αυτήν την οποία εγώ δίδασκα. Από τον Τζότο μέχρι τον Πικάσο. Αυτό ήταν το πεδίο μου. Σκέφθηκα λοιπόν ότι υπάρχει αυτός ο ζωγράφος, έχει γεννηθεί στην Κρήτη, οπότε το πρώτο που έκανα ήταν να πάω από το Παρίσι στην Ισπανία και να δω προσεκτικά τα έργα του. Δεν είχα προηγούμενη ενασχόληση μαζί του. Ετσι, αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο ως «δόλωμα». Σκέφτηκα δηλαδή ότι αν κάποιος ενδιαφερθεί γι’ αυτόν τον ζωγράφο, θα αποκτήσει και ένα ενδιαφέρον ευρύτερα για την ισπανική και την ιταλική τέχνη του 16ου αιώνα. Κι αυτή η ελπίδα κρατάει μέχρι σήμερα. Ο Θεοτοκόπουλος ήταν και παραμένει για μένα μια δυνατότητα να κινήσω το ενδιαφέρον των Ελλήνων φοιτητών και φιλότεχνων για τον ίδιο τον ζωγράφο φυσικά αλλά και για τη δυτική τέχνη. Είναι ο ζωγράφος που μας συνδέει με την ευρωπαϊκή εικαστική παράδοση. Από κει και πέρα δουλεύοντας επί 25 περίπου χρόνια στο ίδιο πεδίο, όχι βέβαια μόνο σ’ αυτό, ανακάλυψα σταδιακά ένα ζωγράφο που δεν ήξερα, πολύ σημαντικότερο απ’ όσο φανταζόμουν στην αρχή.

– Τι είναι για σας ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος;

– Δεν μπορεί να δοθεί απάντηση με λίγες λέξεις. Είναι η περίπτωση ενός πετυχημένου περιθωριακού. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Είναι, πιστεύω, λαθεμένη η άποψη της απόλυτης απομόνωσης του Γκρέκο στο Τολέδο, όπως είναι λάθος και η άποψη ότι η τέχνη του Γκρέκο είναι ο καθρέφτης του Τολέδο. Οπως, όμως, λειτουργεί ο ελληνικός εθνικισμός, έτσι λειτουργεί και ο ισπανικός. Οι Ισπανοί, αφελώς στην αρχή, με μία παιδικότητα και χωρίς φυσικά να νιώθουν εθνικιστές όταν τα έλεγαν αυτά, διατύπωναν την άποψη ότι ο Γκρέκο εκφράζει με την τέχνη του την πεμπτουσία της Καστίλης. Εμείς έχουμε την ήττα του ’22 αλλά και οι Ισπανοί έχουν την ήττα του 1898 όταν έχασαν την Κούβα και τις Φιλιππίνες. Η χώρα μπήκε σε ομαδική κατάθλιψη, σε περίοδο μεγάλης εσωστρέφειας. Εκείνη την εποχή, στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Γκρέκο έζησε τις καλύτερες στιγμές του. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές όπως ο Πίο Μπαρόχα, ο Αθορίν και ο Ουναμούνο, υποστήριζαν ότι δεν υπάρχει Ισπανός ζωγράφος που να έχει εκφράσει την ισπανικότητα καλύτερα από τον Γκρέκο.

Η ταινία του Σμαραγδή

– Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια αντίστοιχη προσπάθεια έκανε και ο Γιάννης Σμαραγδής με την ταινία του για την οποία κάνατε μια κατεδαφιστική κριτική;

– Δεν είδα καμία προσπάθεια, παρά μόνο το θράσος του κόλακα που πουλάει ελληνική λεβεντιά και φως. Τον άνθρωπο δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Μάλιστα υπό την πίεση τρίτων μου είχε στείλει ένα πρώτο σχέδιο σεναρίου και ευτυχώς μόλις το διάβασα απάντησα αρνητικά στο ενδεχόμενο μιας κάποιας συνεργασίας. Eτσι γλίτωσα. Μου απάντησε σχεδόν με τη θρυλική φράση του Φιντέλ Κάστρο «η ιστορία θα μας κρίνει». Γιατί ασχολήθηκα μ’ αυτή την ταινία; Η άποψή μου είναι ότι πρέπει να παίρνουμε θέση. Δεν γίνεται συνεχώς να υποχωρούμε μπροστά στη χαμηλή ποιότητα, διότι διαμορφώνει συνειδήσεις.

– Επιμελείστε αρκετές εκθέσεις αυτό το διάστημα που γίνονται με αφορμή τα 400 χρόνια από τον θάνατο του ζωγράφου. Τι θα δούμε στην Αθήνα;

– Τον Ιούνιο του 2010 έστειλα μια επιστολή στους διευθυντές των μουσείων της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας και τους πρότεινα έναν περίπατο το 2014 με μικρές επιμέρους εκθέσεις για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, που κατά κάποιον τρόπο θα αλληλοσυμπληρώνονται. Δέχτηκαν αμέσως όλοι. Και έτσι προχωρήσαμε. Τον Ιούνιο θα παρουσιαστεί στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης στο Ηράκλειο η έκθεση «Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος μεταξύ Βενετίας και Ρώμης», η οποία τον Νοέμβριο θα μεταφερθεί στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Αλλη μια έκθεση για την οποία είμαι πολύ περήφανος, διότι είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζεται αυτό το θέμα, έχει τον τίτλο «Ο φιλικός κύκλος του Γκρέκο στο Τολέδο», και θα φιλοξενηθεί στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη. Εκθέσεις θα γίνουν και στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και στο Κυκλαδικής Τέχνης, αν ξεπεράσουμε μια μεγάλη δυσκολία. Δυστυχώς η οικονομική κατάσταση είναι τραγική και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε τεράστια. Οι ενδιαφερόμενοι επισκέπτες θα πρέπει να δεχθούν ότι μ’ αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να κάνουν και με την τέχνη ό,τι κάνουν γενικότερα. Δηλαδή να εκτιμούν έστω αυτά τα λίγα με τα οποία είναι αναγκασμένοι να ζουν.
Η συνάντηση

Γευματίσαμε στο «Κεντρικόν» (Κολοκοτρώνη 3, πλατεία Συντάγματος). Ξεκινήσαμε με μια πλούσια σαλάτα εποχής και συνεχίσαμε με λαχανοντολμάδες, φάβα, και κολοκυθοκεφτέδες. Κλείσαμε το γεύμα με μια φρεσκότατη σοκολατίνα και δύο εσπρέσο. Πληρώσαμε 35 ευρώ.
Oι σταθμοί του
1938
Γεννιέται στη Θεσσαλονίκη.
1956 - 1965
Σπουδές στη Γερμανία.
1965  - 1980
Σπουδές στη Γαλλία.
1980
Υποστήριξη διατριβής (doctorat d’ Etat) στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι.
1985
Καθηγητής Ιστορίας της Ευρωπαϊκής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
1990
Εκθεση «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος Κρης» (Ηράκλειο).
1997
Εκθεση «Ο Μέγας Αλέξανδρος στην ευρωπαϊκή τέχνη» (Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης).
2002
Εκθεση «Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα» (Ρέθυμνο και Θεσσαλονίκη).
2006
Βραβείο Herder (Πανεπιστήμιο Βιέννης).
2013
Υπεύθυνος για το πρόγραμμα των εκδηλώσεων για τα 400 χρόνια από τον θάνατο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

www.kathimerini.gr

«Κάτι το ρομποτοειδές και καταθλιπτικό» Παντελής Μπουκάλας


Η είδηση δεν ήταν της Πρωταπριλιάς. Εκανε τον γύρο του κόσμου τέλη Μαρτίου. Δεν της έλειπαν πάντως τα φαρσικά στοιχεία και η υπερβολή, γνωρίσματα του πρωταπριλιάτικου εθίμου. Ερχόταν πάντως από μια χώρα απ’ όπου συχνά φτάνουν μηνύματα που δοκιμάζουν τη λογική μας· άλλα επαληθεύονται και άλλα μένουν φήμες. Στη Βόρεια Κορέα λοιπόν, σύμφωνα πάντοτε με τα γραφέντα σε εφημερίδες και ιστοσελίδες, ο Αγαπημένος Ηγέτης της Κιμ Γιονγκ Ουν, γιος του Πολυαγαπημένου Κιμ Γιονγκ Ιλ και εγγονός του Πολυλατρεμένου Κιμ Ιλ Σουνγκ, υποχρέωσε διά νόμου τους μαθητές και τους φοιτητές να γίνουν ρεπλίκες του υιοθετώντας το δικό του κούρεμα – όχι τίποτα εξωτικό, αν το συγκρίνουμε με όσα βλέπουμε γύρω μας: κοντό μαλλί, χτένισμα προς τα πίσω, βαθιά ξυρισμένοι κρόταφοι, υποταγμένα τσουλούφια.

Παράδοξο μες στο παράδοξο (ή παράλογο μες στο παράλογο): Μαθαίνουμε ότι μέχρι τώρα το συγκεκριμένο στυλ δεν ήταν δημοφιλές στην Κορέα. Οι κάτοικοί της το θεωρούσαν χαρακτηριστικό των Κινέζων λαθρεμπόρων. Ενας περήφανος ηγέτης ωστόσο με πανίσχυρη βούληση, του τύπου «δος μοι πα στω, και ταν γαν κινάσω», μπορεί και την αισθητική των υπηκόων του να αλλάξει, και την παράδοση, και την ιστορία όλη· κι αν όχι του μέλλοντος, έστω του παρελθόντος. Αλλη πληροφορία: Μέχρι τώρα, οι άντρες όφειλαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δεκαοκτώ κομμωτικά στυλ (λίγα; πολλά; δεν ξέρω), οι δε γυναίκες ανάμεσα σε δέκα. (Θυμάμαι εδώ τον συνταγματάρχη μου, που δεν μου έδινε απολυτήριο γιατί το μουστάκι μου δεν υπάκουε στα τρία «νομότυπα» σχήματα που μου έδειχνε σχεδιασμένα στο βιβλίο του ΓΕΣ.)

Και για μισό ψέμα-μισό αλήθεια να πρόκειται, και νόμος αυστηρός να μην υπάρχει, οι λιγοστές εικόνες της Κορέας που φτάνουν ώς εδώ πιστοποιούν την απόλυτη ομοιομορφία. Είδαμε, λ.χ., λίγους μήνες πριν στιγμιότυπα από τα διατρέξαντα σε κλειστό γήπεδο του μπάσκετ της Πιονγιάνγκ. Στο παρκέ χαριεντίζονταν με την πορτοκαλί μπάλα ο Κιμ Γιονγκ Ουν και ο βετεράνος Αμερικανός μπασκετμπολίστας Ντένις Ρόντμαν· ένας μανιακός των ριμπάουντ, που από το αθλητικό σόου μετακινήθηκε στο κινηματογραφικό (παίζοντας κατ’ ουσίαν τον ιδιόρρυθμο εαυτό του) και κατόπιν στο σόου της πολιτικής, αφού είναι ο διασημότερος τακτικός επισκέπτης της Βόρειας Κορέας κι ένας από αυτούς που δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για το αν υπάρχει πρόβλημα ανελευθερίας. Οι εξέδρες ήταν γεμάτες ανθρώπους ίδια ντυμένους, (σχεδόν) ίδια κουρεμένους, με το ίδιο κι απαράλλαχτο μηχανικό, περίπου ρομποτικό στυλ χειροκροτήματος· και με το ίδιο ψεύτικο χαμόγελο ενθουσιασμού να κινητοποιεί τους μυς, δίχως να επηρεάζει το βλέμμα, που παρέμενε – άδειο; τρομαγμένο; ταπεινωμένο; Μπορεί τίποτε απ’ όλα αυτά, μπορεί όλα μαζί.

Διατεταγμένη ή όχι (αποτέλεσμα της πενίας, π.χ.), η ομοιομορφία όχι τόσο στο ντύσιμο όσο στη στάση και την κίνηση του σώματος, στην εκφορά του λόγου και πρωτίστως στο βλέμμα πρέπει να είναι ένα από τα χειρότερα «επιτεύγματα» των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Να γίνουμε ίδιοι (εμφανισιακά) ώστε να φαινόμαστε ίσοι, αυτό ήταν ίσως το δόγμα που οδήγησε στην εκμηχάνιση του ανθρώπινου σώματος, το οποίο υποχρεώθηκε να φέρεται σαν να βρίσκεται σε διαρκή παρέλαση· δηλαδή υπό διαρκή παρακολούθηση και επιτήρηση. Η προσαρμογή, η συμμόρφωση, η εξομοίωση με το προβαλλόμενο πρότυπο (του Πατερούλη, του Αγαπημένου Ηγέτη κτλ.) δεν ήταν απλώς υποχρεωτική. Ηταν μέθοδος επιβίωσης. Και στη Βόρεια Κορέα είναι ακόμα. Το 2011, όταν πέθανε ο πατέρας του σημερινού ηγέτη, όσοι δεν έκλαψαν «πολύ», δηλαδή όσοι δεν συμμορφώθηκαν με το μοντέλο θλίψης και διαφοροποιήθηκαν έστω και στην καχύποπτη φαντασία των επιτηρητών και των χαφιέδων, τιμωρήθηκαν βαριά.

Αυτήν λοιπόν την υπαρκτοσοσιαλιστική ομοιομορφία του «νέου ανθρώπου», τον (συμβολικά έστω) βίαιο ενδυματολογικό και κινησεολογικό εξισωτισμό, τον είχε παρατηρήσει αρκετά νωρίς, μισόν αιώνα πριν, ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Γιώργο Θεοτοκά, είχαν επισκεφθεί τη Ρωσία, αγαπημένη χώρα του Εμπειρίκου, αφού η μάνα του ήταν κατά το ήμισυ Ρωσίδα και αρκετά καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας τα χάρηκε στα κτήματα των θείων του στην Κριμαία, παίζοντας με Ρωσάκια και Ταταράκια. Τους είχε προσκαλέσει το 1962, επί Χρουστσόφ, ο Ελληνοσοβιετικός Σύνδεσμος. Στο ολιγοσέλιδο ημερολόγιό του (κυκλοφορεί στην Αγρα, με επιμέλεια Γιώργη Γιατρομανωλάκη) ο Εμπειρίκος καταγράφει την πλήρη απογοήτευση (και πολιτική) που του προκάλεσε η επίσκεψη αυτή. Η σχετική περικοπή: «Το ταξίδι μου στη Ρωσσία, αν και δεν ολοκληρώθηκε ακόμη, με απεγοήτευσε βαθύτατα και με γέμισε με μεγάλη θλίψι και με μεγάλες ανησυχίες. Νομίζω, ή μάλλον αισθάνομαι, ότι όλα αυτά που έγιναν και γίνονται στην ΕΣΣΔ είναι μάταια – εκτός ίσως που εξυπηρέτησαν το lumpen proletariat αυτού του αφαντάστως πλουσίου τόπου και τους αρχομανείς εκ των επαναστατών που σήμερα αποτελούν το καθεστώς. [...] Η σημερινή Ρωσσία δεν μου αρέσει. Μου φαίνεται ότι βρίσκεται σε ένα πολύ κακόν δρόμο παρά τας καταπληκτικάς προόδους εις τας επιστήμας και την τεχνική. Εχει κάτι πολύ artificiel [τεχνητό], κάτι το ρομποτοειδές, το ομοιόμορφο, το φοβερά ανιαρό και καταθλιπτικό». Αλλά τότε οι πολλοί είχαν ακόμα ψευδαισθήσεις.

Για να μετακινηθούμε στα σημερινά και τα δικά μας, η ομοιομορφία, και μάλιστα η μιλιταριστικού τύπου, είναι το αντικείμενο του πόθου όσων βλέπουν τις κοινωνίες σαν στρατόπεδα, με τον εαυτό τους στο ρόλο του στρατάρχη. Δείγμα η χρυσαυγίτικη στρατοπεδική αισθητική, με το ίδιο κούρεμα (εν χρω), την ίδια στολή εκστρατείας και βέβαια το ίδιο πολεμόχαρο βλέμμα. Αλλά στην ομοιομορφία μπορεί να καταλήξει κανείς ακόμα και από το δρόμο της ελεύθερης επιλογής (που ίσως τελικά είναι φενακισμένη παρά όντως ελεύθερη). Αίφνης, κάποια στυλ κουρέματος πρωτοφάνηκαν για να δηλώνουν διαθέσεις αντισυμβατικές. Ωσπου έγιναν μόδα.

Το ίδιο και στο ντύσιμο: Τα παντελόνια με χειροποίητες τρύπες και μπαλώματα λ.χ. ήθελαν να δείξουν αδιαφορία για το φαίνεσθαι, τον καθωσπρεπισμό, τα πλούτη. Ωσπου οι κατασκευαστές ενσωμάτωσαν τα σκισίματα στο σχέδιό τους και πια πληρώνεις και γι’ αυτά, σαν δικαίωμα συμμετοχής στη μόδα. Και τα παντελόνια του αντικομφορμισμού τα φόρεσε και ο πενέστατος Μπέκαμ. Η ελευθερία επιλογής λοιπόν και το προσωπικό γούστο δεν χάνονται μόνο με τον βάναυσο κορεατικό τρόπο. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι υπεξαίρεσής τους.

www.kathimerini.gr

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Σχολική ορθογραφία, σχολική ιστορία κ.ο.κ. του Παντελή Μπουκάλα

Ενα υποτονικό έθιμο είναι οι εθνικές επέτειοι, ακόμα κι αυτή της κοντινής 28ης Οκτωβρίου 1940, που τη βλέπει ο καθείς υποστασιοποιημένη μέσα στο σπίτι του: στο πρόσωπο γονιών και παππούδων, που θα είχαν να του πουν ιστορίες, όχι την Ιστορία. Από συνήθεια αποδίδουμε τιμές, σαν άγημα βαργεστημένο, που περιμένει να τελειώσει η υποχρέωση. Εθιμικά επίσης οι παρελάσεις χαρακτηρίζονται δοξαστικά «μεγαλειώδεις» ακόμα κι όταν οι αστυνομικοί που κινητοποιούνται προς διαφύλαξιν της τάξεως υπερτερούν κατά πολύ των θεατών, που οφείλουν πια να διαθέτουν προσκλήσεις και διαπιστεύσεις. Εθιμική είναι και η προτροπή των σοφών κεφαλών «να μελετάμε την ιστορία μας, διότι ένας λαός που δεν ξέρει την ιστορία του» κτλ. Το λιγότερο και το ηπιότερο που έχει να πει κανείς είναι το «δάσκαλε που δίδασκες». Αλλιώς θα έπρεπε, λ.χ., να συζητήσουμε στα σοβαρά τα γλωσσικά με τον κ. Αρη Σπηλιωτόπουλο, ο οποίος εξαπέλυσε την πληθωριστική παραίνεση «να ανακτήσουμε ξανά την...» (δεν θυμάμαι ποια), παραλείποντας να συμπληρώσει «να την ανακτήσουμε ξανά και πάλι». Αλήθεια, πόθεν αντλεί το κύρος ένας απλός υποψήφιος, νεόκοπος ή φωτογενώς αποτυχημένος όπως ο πρώην υπουργός Τουρισμού, ώστε να εκτοξεύει και αυτός διάγγελμα καταπάνω στο έθνος;
Εθιμική επίσης είναι η έριδα που ξεσπάει λίγο πριν από κάθε επέτειο και ο απόηχος της οποίας κρατάει μέρες, ιδίως αν η αναψηλάφηση συμπεριλαμβάνει ευαίσθητα ζητήματα. Πάλι καλά, από μια άποψη, για την 28η έχουμε να σφαζόμαστε κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) για το ποιος είπε το ΟΧΙ, ο λαός ή ο Μεταξάς. «Μας εκπλήσσει που είπε όχι ο Μεταξάς», δογμάτισε κάποιος κάποτε μα ξεχνάω ποιος, «επειδή ήταν ο μόνος Ελληνας που θα μπορούσε να πει ναι»· και μάλλον τον αδίκησε τον εφευρέτη του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού», γιατί και άλλοι ευπατρίδες θα συναινούσαν. Αλλά πιστεύουμε όντως ότι αν ο δικτάτορας έλεγε ναι, ο λαός θα περίμενε με βάγια Ιταλούς και Γερμανούς; Να το πιστεύουν αυτό οι μηδίσαντες, γερμανίσαντες, μαυραγορίτες και οι γόνοι αυτών, εντάξει. Αλλά τα παιδιά και τα εγγόνια όσων πολέμησαν στα βουνά, κι ύστερα και στις πόλεις, και σκοτώθηκαν ή απόλαυσαν τελικά σε προτουριστικές νήσους την ελευθερία για την οποία πολέμησαν, ποιον λόγο έχουν να κατατρίβονται σε ένα ερώτημα στο οποίο την τελεσίδικη απάντηση την έδωσαν οι γονείς και οι παππούδες τους;

Με την 25η Μαρτίου, αντίθετα, οι πηγές της έριδας είναι σαφώς περισσότερες, παρότι θα περίμενε κανείς ότι όσο απομακρυνόμαστε από ένα ιστορικό γεγονός τόσο λαγαρίζουν οι γνώσεις μας και κατασταλάζουν οι απόψεις μας. Δηλαδή έρχεται πιο κοντά η «επίσημη» ιστορία στην επιστημονική. Διότι έχουμε και αυτό το διχοτομικό μαράζι. Ως γνωστόν, διαθέτουμε δύο (τουλάχιστον) ορθογραφίες: τη «σχολική» και την άλλη, την επιστημονικότερη, τη σωστή. Επειδή αδυνατούμε να συνεννοηθούμε αν πρέπει να γράφουμε ξιπόλητος, ξυπόλητος ή ξυπόλυτος, τσιπούρα ή τσιππούρα κτλ., ταλαιπωρούμε τα παιδιά, που άλλα βλέπουν στο σχολικό βιβλίο, άλλα στο λογοτέχνημα που ίσως διαβάζουν ή στην εφημερίδα του σπιτιού, όπου συμβαίνει τέτοιο θαύμα, και άλλα διδάσκονται ανεβαίνοντας τάξεις. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο διαθέτουμε δύο (και πάλι: τουλάχιστον) ιστορίες: τη σχολική, την «ορθή» που ταυτίζεται με την επίσημη, την κρατική, ας πούμε την καταγόμενη από τον Παπαρρηγόπουλο, και την επιστημονική. Στην επιστημονική παραχωρούμε το δικαίωμα να είναι πιο ανήσυχη, να έχει λιγότερες σιγουριές και πιο πολλές αμφιβολίες. Και, βασισμένη στην έρευνα (που δεν σταμάτησε στον Παπαρρηγόπουλο, ούτε βέβαια στον Ηρόδοτο), να έχει εντελώς διαφορετικές σιγουριές από τις ενδοσχολικά, ενδοεκκλησιαστικά και ενδοστρατιωτικά διακινούμενες. Αρκεί να μην τις ανακοινώνει.

Αλλά ακόμα και όταν στα σχολικά βιβλία περνάει κάποια στιγμή ένα κομμάτι της αποσιωπημένης ή απωθημένης αλήθειας, για το «Κρυφό Σχολειό» λ.χ., τον ηθικό τους πανικό τον έχουν πανέτοιμο όσοι έχουν αποφασίσει πως η μοναδική ιστορική αφήγηση που έχει αξία είναι «του παππού και της γιαγιάς τους»· και δεν πρόκειται ποτέ να την παραμερίσουν. Είναι όμως ασόβαρο να μην ακούμε τι έχει να μας πει ο παππούς μας για το 1940 που το έζησε, και να θεωρούμε ότι για το 1821 την πάσαν αλήθεια την έχει πει η γιαγιά μας, που την έμαθε από τη γιαγιά της κ.ο.κ. Υπάρχει πράγματι και μια τέτοια εκδοχή της ιστορίας, λαϊκή, προφορική. Ιστοριογράφοι και λαογράφοι την τιμούν, χρησιμοποιούν στοιχεία της, αλλά την τοποθετούν στο κεφάλαιο «Θρύλοι και παραδόσεις».

Δεν θα ήταν τόσο περίπλοκο το ζήτημα με την «προφορική ιστορία των γερόντων» αν τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε αντικαταστήσει μαζικά τους εξ αίματος συγγενείς μας γέροντες με τους εκ πνεύματος. Δηλαδή με τους «γέροντες» που, θρονιασμένοι σαν αφηγητές ή επικοί νέου τύπου στο επίσης νέου τύπου «τζάκι», την τηλεόραση, μας μαθαίνουν και αυθεντική ιστορία, πλην της συνταγματολογίας, της σεισμολογίας, της αεροπλανολογίας κτλ. Αυτοί θα μας πουν, παρεμπιπτόντως ή σε στρογγυλά τραπέζια στημένα με στόχο τον θόρυβο, για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό (ήταν εκεί; δεν ήταν;)· για την άλωση της Τριπολιτσάς (την έχουν ακουστά από το τραγούδι «Σαράντα παλικάρια από τη Λεβαδειά, πάνε για να πατήσουνε την Τριπολιτσά», που κι απ’ αυτό, μόνο την αρχή ξέρουν)· για τον Ζάλογγο (έπεσαν; δεν έπεσαν; και τραγουδούσαν ή όχι οι Σουλιώτισσες, που δεν είναι βέβαια λιγότερο ή περισσότερο ηρωίδες, ανάλογα με την απάντηση)· για το Ναυαρίνο, για... για... Η γιαγιά που λέγαμε. Γιατί και αυτοί που άρχουν τηλεοπτικώς και διαμορφώνουν κλίμα (όταν υποτίθεται ότι «ηγεμονεύει η Αριστερά»), από τον κ. Λιακόπουλο και τον τσολιά κ. Τράγκα έως τον κ. Γεωργιάδη, λιανοπωλητή της ιστορίας (δεν εννοώ το εμπόριο βιβλίων, την εμπορία «Αληθειών» εννοώ), από τη γιαγιά τους τα έχουν μαθημένα· που παραμύθια ήξερε ότι λέει η έρμη, ανασχημάτιζε δηλαδή τη συλλογική μνήμη, αλλού ισχνή, αλλού γερή, σε παραμύθι· όχι σε Ιστορία.

Και επειδή πορευόμαστε με τους κοινούς τόπους της επιστήμης να μένουν εκτός εκπαίδευσης και κοινωνίας, σε κάθε επέτειο φαντάζει ριζοσπαστικό το αυτονόητο, νεωτερικό το ήδη παλιό και αμφισβητησιακό το κοινότοπο, για το μακελειό στην Τριπολιτσά π.χ., που το ιστόρησαν όλοι οι αυτόπτες. Και του χρόνου, λοιπόν, τα ίδια θα έχουμε: «Αποκαλύψεις», ηθικούς πανικούς, καταγγελίες περί προδοσίας, απαιτήσεις λιθοβολισμού... Για να μη χαθεί το έθιμο. Μια και είμεθα των παραδόσεων.


www.kathimerini.gr