"Enterrement à Ornans" (Κηδεία στην Ορνάν)

αισχύλου-ορέστεια

''...Τι έγινε μετά δεν είδα, μα κι αν το είδα δεν το λέω. Αυτό που θα συμβεί όταν συμβεί,θα το γνωρίσεις...μην κλάψεις απο πριν για κάτι που δεν ξέρεις, με το ξημέρωμα θα ρθεί το μέλλον μην φοβάσαι, και όλα θα γίνουν τότε και θα τα μάθεις όλα..'' Aισχύλος-Ορέστεια

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Η αισθητική της ήττας


Το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου προκάλεσε αναρίθμητες ερμηνείες και συγκρούσεις, ιδίως εντός συνόρων, όπου είχε φανατικούς φίλους και φανατικούς πολέμιους ― διότι στο εξωτερικό ήταν ευρέως αποδεκτός, και σεβαστός. Πώς αλλιώς όμως; Ο Αγγελόπουλος εικονογράφησε κυρίως την Ελλάδα, με μελαγχολικές ελεγείες και βαριά φορτία συμβολισμών, με ακραίο φορμαλισμό και απόλυτο πάγωμα των συναισθημάτων. Η Ελλάδα του είναι μια χώρα μυθική που κείτεται στις στάχτες της ήττας και της διάψευσης, βουλιάζει στην απώλεια, είναι μια χώρα ήττας και πικρού αναστοχασμού. Από τα ’70s της Αναπαράστασης και του Θίασου, την Ελλάδα του Εμφυλίου, έως τα σκοτεινά τούνελ της Δραπετσώνας, την Ελλάδα της χρεοκοπίας.
Χριστιανός ευσεβιστής κατά τα νεανικά του χρόνια, αριστερίζων και άθεος κατά την ωριμότητα, έχτισε έναν καλλιτεχνικό κόσμο απ’ όπου απουσιάζουν ηχηρά ο ερωτισμός, το λαϊκό στοιχείο, τα αισθήματα ― δηλαδή ό,τι σφραγίζει τον νεοελληνικό βίο στα μάτια ιθαγενών και ξένων. Ο ευσεβισμός συναιρούμενος με την αριστερά απέφερε έναν ιδιότυπο πουριτανισμό, τέτοιον που εξόρισε οποιαδήποτε ερωτική σκηνή με κάποια θερμοκρασία από τις ταινίες του, εξόρισε το λαϊκό στοιχείο ως παραγωγό διονυσιασμού και αταξίας, εξόρισε τα αισθήματα ως επαφή, ώσμωση και ανταλλαγή υγρών. Οι άνθρωποι στο αγγελοπουλικό σύμπαν είναι Προμηθείς, μοναχικοί, μόνοι ενώπιον της ιστορίας που τους συντρίβει, ή το πολύ τους γνέφει κάτι αδιόρατο που μόνο αυτοί αντιλαμβάνονται.
Υψηλός φορμαλισμός. Οχι με τον τρόπο του Ιταλού Αντονιόνι που κορυφώνεται στα σύμβολα μα βαθμιαία αφήνεται στα αισθήματα, ή του Γερμανού Φασμπίντερ, του μελοδραματικού-διονυσιακού που εκκινεί από τον ωμό νατουραλισμό και κορυφώνεται στον σπαρακτικό φορμαλισμό του Querelle. Πάντως υψηλός φορμαλισμός, με χαρακτήρα, με υπογραφή.
Δεν ήταν όμως μόνο ένας φορμαλισμός εξ επιλογής και από ιδιορρυθμία, δεν ήταν ο φορμαλισμός ενός ρηχού ναρκισσιστή. Αντιθέτως, φρονώ ότι αυτή η κατεψυγμένη, υπερκαλαίσθητη φόρμα, η σταθερή απομάκρυνση από το ζέον βίωμα και το κινδυνώδες συναίσθημα, το μακρινό αργόσυρτο πλάνο, η καταστολή της θυμικής αντίδρασης του θεατή, ήταν η απόσταση που έπαιρνε από τη ζωή ένας ευαίσθητος, τραυματισμένος άνθρωπος, που δεν έβρισκε απαντήσεις στα οδυνηρά ερωτήματα, ένας μονήρης που δεν τον χωρούσε ο τόπος του. Μάλλον, ένας άνθρωπος διαπορών, περιπλανώμενος στην πραγματικότητα του αίματος και της θηριωδίας που διαμόρφωσαν τα νεανικά του χρόνια, και εντέλει αποστρέφει το πρόσωπό του από τη σάρκα και το χώμα, βουλιάζει στα σύμβολα, τις ιδέες. Θρηνεί για την αποϊεροποίηση του κόσμου, πενθεί την έκλειψη των ηρώων. Ετσι όμως αποστρέφει το βλέμμα του και από τη ζωή εν όλω, και θεραπεύει μια ορισμένη ηττολαγνία πλασμένη με αισθητικούς και ιδεολογικούς όρους.
Υπό μία έννοια, ο τέτοιος κόσμος του Αγγελόπουλου είναι ο κόσμος της μεταπολεμικής ελληνικής Αριστεράς, της ηττημένης, που αναδιπλώθηκε μέσα στην ήττα της και τράφηκε απ΄αυτήν, χωρίς ποτέ να την ξεπεράσει, να περάσει σε άλλη ιστορική φάση, να αντιληφθεί μια νέα πραγματικότητα και να αναμετρηθεί με άλλες προκλήσεις. Σαν να κόλλησε ο χρόνος στη Βάρκιζα του θρήνου, και όχι στη Λαμία του Αρη. Κι έτσι παρήγαγε ποίηση ήττας, ταινίες ήττας, τραγούδια ήττας, ιδεολογία ήττας, ήθος ήττας. Κατά κάποιο τρόπο, ξεχάστηκε ο κλέφτης και ο αντάρτης, ο άτακτος και ο οραματιστής, θάφτηκε το ηρωικό στοιχείο. Επικράτησε ο μικροαστός, ο μικρομεσαίος επιβιωτής, «αυτός που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ» του Κατσαρού, ο οποίος επιπλέον ενώ χτίζει τριάρι με αντιπαροχή και υλικά κατεδαφίσεως, ταυτοχρόνως και κατά αντιδιαστολή τραγουδάει νοσταλγικά το γεράνι και την αυλίτσα.
Ο αντιρεαλισμός του Αγγελόπουλου, τα ιδεολογικά και συμβολικά του φορτία, ενώ φαίνεται να συνομιλούν με ήρωες, ουσιαστικά πραγματεύονται την ήττα, τη διάψευση και την απουσία των ηρώων. Την απουσία νοήματος, την απουσία ζωής εντέλει. Εξ ου και οι ταινίες του όχι μόνο δεν ήταν λαϊκές, αρεστές και αποδεκτές από τον λαό, αλλά έφερναν αδιαφορία, χασμουρητά και δυσφορία στις μάζες. Οπως και η Αριστερά της ίδιας εποχής.
Με όλα αυτά δεν θέλω να αποτιμήσω καλλιτεχνικά το έργο του Αγγελόπουλου, ούτε να βρω ιστορικά λιποβαρή την Αριστερά στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Οχι. Αλλά να, μες στις ταινίες του περνάει η Ελλάδα, η ζωή, οι δικές του αντιφάσεις του, οι δικές μας αντινομίες, διαθλασμένα, πρισματικά, μαγικά. Αρκούντως αληθινά.
αναδημοσίευση από "το βλέμμα"

Πεζοδρομάρα Μου..........



Αυτή είναι η εικόνα του πεζόδρομου της Ρήγα Φεραίου την Παρασκευή 28/1 στις 21:30!!!!!!

Από που να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει. 9 αυτοκίνητα σταθμευμένα στο κομμάτι από Φιλοποίμενος έως Γούναρη. Αναβάθμιση του κέντρου της πόλης!!

Θα εκφράσω 2 απορίες:

  1. Η Δημοτική Αστυνομία τι ώρα σχολάει? Στις 22:00 αν δεν κάνω λάθος....Θα είχαν πάει να παραδώσουν τα παιδιά. Είναι και μακριά η βάση τους, θέλεις τουλάχιστον 30 λεπτά για να πας. 
  2. Οι καταστηματάρχες είναι ικανοποιημένοι από το θέαμα? Ήθελα να ήξερα αποτρέπουν ή ενθαρρύνουν τους θαμώνες?
Τώρα θα μου πεις, πώς κάνεις έτσι? Τόσα προβλήματα έχουμε, με αυτό θα ασχοληθούμε, έτσι κι αλλιώς μέχρι πριν λίγους μήνες αυτή ήταν η καθημερινότητα. Σωστό, αλλά μάλλον εγώ είμαι η κοροϊδάρα που τρέχω να βάλω το αυτοκίνητο σε πάρκιν 3 γωνίες μακριά από το σπίτι μου. 

Παιδιά, καλό κάνει και το περπάτημα. 5 λεπτά περπατάς, ρίχνεις και καμιά θερμίδα.

Και μία τελευταία απορία και πάλι για την αγαπημένη μου Δημοτική Αστυνομία. Πόσες κλίσεις κόβουν μεταξύ 5 και 6 το απόγευμα και πόσες την υπόλοιπη ημέρα. Θα ήθελα κάποια φορά να το μάθω και να δω το ποσοστό.

Άντε, καλό καφέ!!

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Σάμιουελ Μπέκετ ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ



Στις 13 Απριλίου 1906, Μεγάλη Παρασκευή, ο Σάμιουελ Μπέκετ γεννιέται στο Foxrock, κοντά στο Δουβλίνο, σε μια μεσοαστική προτεσταντική οικογένεια.
1927
Αποφοίτησε από το Trinity College, του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου.
1928-29
Λέκτωρ της Αγγλικής γλώσσας στην École Normale Supérieure, στο Παρίσι. Συνδέθηκε με στενή αλλά και εύθραυστη φιλία με τον συγγραφέα James Joyce, ο οποίος τότε βρισκόταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι και ήταν ήδη διάσημος για τον περίφημο Οδυσσέα του και οπωσδήποτε άσκησε τεράστια επίδραση στο έργο του Μπέκετ. Μάλιστα δε, θεωρείται ότι από τον Joyce έμαθε να χρησιμοποιεί τη σιωπή ως όπλο ενάντια σε κρίσιμες επιθέσεις. Ο συμπατριώτης του ποιητής και κριτικός Thomas MacGreevy, που είχε προηγηθεί του Μπέκετ στη θέση του λέκτορα των αγγλικών στην École Νormale Supérieure και ήταν δημοφιλής μεταξύ της παρισινής πρωτοπορίας της δεκαετίας του '20, εισήγαγε τον Μπέκετ στον κύκλο φίλων του, ο οποίος περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τους James Joyce, Richard Aldington, και τη Nancy Cunard. Το 1929 δημοσίευσε στο επαναστατικό λογοτεχνικό περιοδικό Transition, ένα δοκίμιό του με τίτλο «Δάντης… Μπρούνο. Βίκο… Τζόις» [Dante… Bruno. Vico… Joyce].
1930
Λέκτωρ  στο Trinity College, στο Δουβλίνο. Κερδίζει το πρώτο του λογοτεχνικό βραβείο για το ποίημά του, Whoroscope, που το διαπερνούν οι ιδέες του Γάλλου φιλόσοφου René Descartes σχετικά με το θέμα του χρόνου και της παροδικότητας της ζωής. Το ποίημα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις The Hours Press στο Παρίσι, σε εκατό αντίτυπα. Το 1931 κυκλοφόρησε, στο Λονδίνο, ένα δοκίμιό του για τον Marcel Proust, από τις εκδόσεις Chatto & Windus. Μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε και στα γαλλικά από την Edith Fournier (εκδ. Minuit, 1990). Ουσιαστικά ήταν η πρώτη απόπειρα του Μπέκετ να κωδικοποιήσει τις λογοτεχνικές απόψεις του.
1938
Εγκαθίσταται οριστικά στη Γαλλία (Παρίσι). Μια μέρα δέχτηκε ληστρική επίθεση από έναν αλήτη, ο οποίος τελικά και τον μαχαίρωσε. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, ο Μπέκετ μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Όταν κάποια στιγμή, αργότερα, στα σκαλοπάτια του δικαστηρίου συνάντησε τον παρ’ ολίγο δολοφόνο του και τον ρώτησε για ποιο λόγο του επιτέθηκε, εκείνος του απάντησε: «Δεν ξέρω, κύριε»! Στο νοσοκομείο, τον επισκεπτόταν πολύ συχνά η Σουζάν Ντεσεβό-Ντιμενίλ [Suzanne Deschevaux-Dumesnil], με την οποία γνωρίζονταν από την πρώτη περίοδο της διαμονής του στο Παρίσι, και η οποία τελικά έγινε γυναίκα του.Δημοσίευσε το μυθιστόρημα, Murphy.



1941
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Μπέκετ έμεινε στο Παρίσι. Συνεργάστηκε με αντιστασιακές ομάδες (δουλεύοντας σαν «ταχυδρόμος», μεταφέροντας ή γράφοντας μηνύματα) εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Στις αντιστασιακές ομάδες ο Péron, που υπήρξε φίλος του από τα σπουδαστικά χρόνια στο Trinity College, ήταν εκείνος που στρατολόγησε τον Μπέκετ, ο οποίος δεν χρειάστηκε και πολύ για να πειστεί, αφού κατά την περίοδο της παραμονής του στη Γερμανία, τη δεκαετία του '30, είχε παρακολουθήσει με αποστροφή την άνοδο του ναζισμού. Είχε αναγνωρίσει τη φυλετική έχθρα που έκρυβε στις ρίζες του ο εθνικοσοσιαλισμός, και είχε επισημάνει από πρώτο χέρι τον αντίκτυπο του αντισημιτισμού στους καλλιτέχνες που συνάντησε στο Αμβούργο, και που διώχτηκαν απλώς και μόνο επειδή δεν ήσαν Άρειοι! Αλλά και στο Παρίσι ένιωσε τη φρίκη των χιτλερικών, κυρίως βλέποντας το έδαφος να φεύγει από τα πόδια του με το χαμό των φίλων του που συλλαμβάνονταν και στέλνονταν στα στρατόπεδα είτε εκτελούνταν. Μάλιστα δε όταν οι Γερμανοί συνέλαβαν και «εξαφάνισαν» τον Πολ Λεόν, που ήταν και φίλος του James Joyce και διετέλεσε και γραμματέας του, ο Μπέκετ θεώρησε ότι δεν μπορούσε να μένει ουδέτερος… Μέχρι το 1942 έμεινε στο Παρίσι όταν η δράση της ομάδας στην οποία συμμετείχε, προδόθηκε από έναν καθολικό ιερέα κι έτσι κάποιοι από τους συντρόφους του συνελήφθησαν. Ο Μπέκετ με τη Σουζάν αναγκάστηκαν να περάσουν στην ελεύθερη ζώνη, στη νότια Γαλλία. Κατευθύνθηκαν πεζοπορώντας σ’ ένα μικρό χωριό, στη Roussillon. Στη διάρκεια των δύο χρόνων παραμονής του στη Roussillon, όπου εργάστηκε κάνοντας αγροτικές δουλειές, στη μεγάλη ένδεια και κάποια δυσκολία, μέχρι το τέλος του πολέμου, βοήθησε τους Μακί σε σαμποτάζ εναντίον του γερμανικού στρατού στα βουνά του Vaucluse. Για την αντιστασιακή του δράση του απονεμήθηκε από τον Στρατηγό Charles de Gaulle ο Σταυρός του Πολέμου [Croix de Guerre] και το Μετάλλιο της Αντίστασης [Medaille de la Resistance].
1945
Ο Μπέκετ άρχισε να γράφει στα γαλλικά...
1946-47
Σε μια περίοδο έντονης δημιουργικότητας (1946-47) έγραψε το πρώτο του (τρίπρακτο) έργο για 17 πρόσωπα, με τον ελληνικό τίτλο Eλευθερία [Eleutheria], που αποτυπώνει και την προσωπική του αναζήτηση της ελευθερίας (εκδ. Minuit, Παρίσι, 1995, μετάφραση στ’ αγγλικά από τον Michael Brodsky, 1995). Κάποια στιγμή ο Jean Vilar επιδίωξε να το ανεβάσει, αλλά προσέκρουσε στην άρνηση του Μπέκετ να υπάρξει σύμπτυξη του έργου.
1951
Στις αρχές του 1951 δημοσίευσε το Μολόι [Molloy], επτά μήνες αργότερα ακολούθησε ο Μαλόν πεθαίνει [Malone meurt] και μετά από δυό χρόνια ο Ακατονόμαστος [The Unnamable στ’ αγγλικά, και L’Innommable στα γαλλικά]. Πρόκειται για τα τρία αφηγήματα της περίφημης τριλογίας του που και ο ίδιος ο Μπέκετ θεωρούσε ως εξαιρετική στιγμή της πεζογραφικής του παραγωγής.
1953
Στις 5 Ιανουαρίου 1953 ανέβηκε στο Παρίσι στο Théâtre de Babylone, το έργο Περιμένοντας τον Γκοντό, σε σκηνοθεσία του Roger Blin, στον οποίο είχε δώσει το κείμενο του έργου ο Τριστάν Τζαρά που ήταν θαυμαστής του Μπέκετ. Ο σκηνοθέτης ερμήνευσε τον Πότζο και τους άλλους ρόλους έπαιξαν: Εστραγκόν ο Pierre Latour, Βλαντιμίρ ο Lucien Raimbourg, Λάκι ο Jean Martin, Αγόρι ο Serge Lecointe. Σύμφωνα με μια μαρτυρία της Ruby Cohn, ο Roger Blin είχε πει ότι η ιδανική διανομή θα έπρεπε να περιλαμβάνει τον Charlie Chaplin (Βλαντιμίρ), τον Buster Keaton (Εστραγκόν) και τον Charles Laughton (Πότζο)!
1957
Το έργο Τέλος του παιχνιδιού παρουσιάστηκε την 1η Απριλίου 1957, στο θέατρο Royal Court του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία Roger Blin, ο οποίος ερμήνευσε τον Χαμ και τους άλλους ρόλους ερμήνευσαν οι Jean Martin (Κλοβ), Georges Adet (Ναγκ) και Χριστίνα Τσίγκου (Νελ). Τον ίδιο μήνα παρουσιάστηκε και στο Studio des Samps Elysées στο Παρίσι, με την ίδια διανομή, μόνο που το ρόλο της Νελ ερμήνευσε η Germaine de France.
1958
H Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ [Krapp’s last tape· γαλλική μετάφραση, La dernière bande]. Το μονόπρακτο αυτό έργο γράφτηκε το 1958 και πρωτοπαίχτηκε στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, στο Λονδίνο, στο θέατρο Royal Court (σε κοινό πρόγραμμα με το Τέλος του παιχνιδιού), σε σκηνοθεσία Donald McWhinnie, με ερμηνευτή τον Patrick Magee. Στις 14 Ιανουαρίου 1960, ο Alan Schneider με ερμηνευτή τον Donald Davis ανέβασε το έργο στο Provincetown Playhouse της Νέας Υόρκης, στις 12 Σεπτεμβρίου 1961 στο θέατρο East End, της Νέας Υόρκης, και στις 8 Ιουνίου 1965 στο θέατρο Cherry Lane με τον George Bartenieff. Μεταφράστηκε στα γερμανικά με τον τίτλο Das Letzte Band και στις 5 Οκτωβρίου 1969 παίχτηκε στο θέατρο Schiller, στο Βερολίνο, σε σκηνοθεσία του ίδιου του Μπέκετ με ερμηνευτή τον Martin Held.
1961
Η Ρουθ Γουάιτ έκανε μια επιτυχημένη ερμηνεία το 1961 στη Νέα Υόρκη στην πρώτη παρουσίαση του έργου στην αγγλική γλώσσα (17 Σεπτεμβρίου 1961, 28 παραστάσεις), στο θέατρο Cherry Lane, σε σκηνοθεσία του Alan Schneider με τον John C. Becher (Γουίλι). Η Ruth White κέρδισε πολλά βραβεία και επαίνους για την ερμηνεία της και στο θέατρο Billy Rose (12/10/1968 – 26/10/1968) με τους Wyman Pendleton (Γουίλι) και Sada Thompson (Γουίνι). Στην πρώτη παρουσίαση του έργου στο Παρίσι, το 1963, η Madeleine Renaud πέτυχε επίσης μια δυνατή ερμηνεία και η προσωπικότητά της καθιέρωσε μια εξαιρετική Γουίνι. Η Γαλλίδα ηθοποιός μετέτρεψε το ρόλο της Γουίνι σε ένα κατόρθωμα υποκριτικής τέχνης και από τότε περιόδευσε στις ΗΠΑ παίζοντας το ρόλο της στα γαλλικά,
1969
Το 1969 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο Μπέκετ αρνήθηκε να πάει στη Σουηδία για να το παραλάβει κι ούτε επέτρεψε στον Ιρλανδό πρεσβευτή να το παραλάβει αντ’ αυτού. Απλώς έστειλε τον εκδότη του, τον Jérôme Lindon, να παραλάβει το βραβείο κι εκείνος έκανε ένα ταξίδι στην Τυνησία. Το βραβείο συνοδεύτηκε και από το ποσό των 73.000 δολαρίων, το οποίο σε ένα μεγάλο μέρος ξοδεύτηκε από τον Μπέκετ στην οικονομική στήριξη φίλων του και νέων πνευματικών δημιουργών. Ίσως ήταν μια καλή στιγμή για την 18μελή Σουηδική Ακαδημία η επιλογή ενός καθαρόαιμου ανθρώπου της λογοτεχνίας, αφού στο παρελθόν αρκετές φορές η επιλογή του νικητή υπαγορεύτηκε περισσότερο από γεωγραφικά, πολιτικά και θρησκευτικά κριτήρια παρά από λογοτεχνικά. Ο Μπέκετ ήταν ο δεύτερος Ιρλανδός που έπαιρνε το Νόμπελ, μετά τον ποιητή William Butler Yeats (το 1923). Ο επίσης Ιρλανδός George Bernard Shaw είχε τιμηθεί με το βραβείο ως Βρετανός. Πάντως, η Ακαδημία δέχεται ότι τιμάται η χώρα στην οποία κατοικεί και εργάζεται ο τιμώμενος και συνεπώς ο Μπέκετ που εγκαταστάθηκε στη Γαλλία από το 1937 και έγραψε τα περισσότερα έργα του στα γαλλικά, μάλλον ως Γάλλος τιμήθηκε.
1989
Στις 22 Δεκεμβρίου 1989 ο Σάμιουελ Μπέκετ πέθανε και τάφηκε στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς στο Παρίσι. Στις 17 Ιουλίου του ίδιου χρόνου είχε πεθάνει η Σουζάν Ντεσεβό-Ντιμενίλ.
Το άρθρο για τους σημαντικούς σταθμούς της ζωής του Σάμιουελ Μπέκετ είναι μια ευγενική παραχώρηση του θεατρικού περιοδικού «Δρώμενα»   
http://www.theaterinfo.gr/theatreauthors/writers/samuelbeckett/index.html